The Newsroom

22 posts / 0 new
Last post
letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

 

Το «Συνέδριο Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης» είναι η μεγαλύτερη
συγκέντρωση συντηρητικών ακτιβιστών στις Η.Π.Α. Κάθε χρόνο, στα πλαίσια
του συνεδρίου, διεξάγεται μια ψηφοφορία για την ανάδειξη του πιο
κατάλληλου υποψηφίου για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Το φετινό
αποτέλεσμα έκρυβε μια έκπληξη. Νικητής δεν ήταν ούτε ο πρώην κυβερνήτης
της Μασαχουσέτης, Mitt Romney , ούτε η περιβόητη Sarah Palin (που
περιορίστηκε στο 7%) , αλλά ένας πολιτικός άγνωστος σε μας τους
Ευρωπαίους : ο Ron Paul, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων από το Τέξας.
.Ποιός είναι όμως αυτός ο καθόλου χαρισματικός και μάλλον συνεσταλμένος
75 χρόνος, πρώην μαιευτήρας , που στις εμφανίσεις του αποθεώνεται σαν
ροκ σταρ από τους χιλιάδες , κυρίως νεαρούς σε ηλικία, θαυμαστές του ;

Πριν κάποια χρόνια, η Βουλή των Αντιπροσώπων αποφάσισε να τιμήσει τον
Ronald Reagan με χρυσό μετάλλιο για την προσφορά του προς το έθνος. Ο
Ron Paul δε συμφώνησε , παρότι ήταν θαυμαστής του πρώην Προέδρου, κι
αυτό επειδή το μετάλλιο, θα κόστιζε στους Αμερικάνους φορολογούμενους
30.000 δολάρια . Αντί να χρησιμοποιηθεί το δημόσιο χρήμα , ο Paul
πρότεινε να βάλει ο καθένας από τους βουλευτές 100 δολάρια για να
καλυφθεί το απαιτούμενο ποσό. Και κατέληξε : «Είναι πολύ εύκολο να είσαι
γενναιόδωρος με τα χρήματα των άλλων». Φυσικά η πρόταση του δεν πέρασε.
Αυτό το περιστατικό συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τη φιλοσοφία του Ron
Paul αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται όλα αυτά τα χρόνια.

Από το 1976 που πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής με τους Ρεπουμπλικάνους , ο Ron
Paul υποστηρίζει την μικρότερη δυνατή παρέμβαση της κρατικής
ομοσπονδιακής εξουσίας στις ζωές των Αμερικανών πολιτών . Έχει ταχθεί
υπέρ της δραστικής μείωσης των δημοσίων δαπανών και της φορολογίας, υπέρ
της κατάργησης των περισσότερων υπουργείων και δημοσίων οργανισμών , ενώ
υποστηρίζει με πάθος την επιστροφή στον Κανόνα του Χρυσού και την
κατάργηση της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Επιπλέον, υπήρξε ένας
από τους ελάχιστους βουλευτές και των δύο κομμάτων, που ψήφισαν εναντίον
του πολέμου στο Ιράκ και εναντίον της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας της
κυβέρνησης Bush. Πιστός στις αρχές του να μην ψηφίζει ποτέ καμιά αύξηση
φόρου και κανένα νομοσχέδιο που θα δίνει στην κυβέρνηση περισσότερες
εξουσίες από αυτές που τις παραχωρεί το Σύνταγμα, έχει δώσει τις
περισσότερες αρνητικές ψήφους από κάθε άλλο βουλευτή και έχει αποκτήσει
το παρατσούκλι «Dr No» . Παραβιάζοντας κάθε κανόνα πολιτικής επιβίωσης,
ψηφίζει σταθερά εναντίον των αγροτικών επιδοτήσεων, παρότι στην εκλογική
του περιφέρεια κατοικούν κυρίως αγρότες, και παρόλα αυτά, εκλέγεται
συνέχεια τα τελευταία 15 χρόνια και μάλιστα με άνετες πλειοψηφίες. Σε
εθνικό επίπεδο όμως, αν και όλοι είχαν να πουν ένα καλό λόγο για τη
σπάνια συνέπεια του Τεξανού πολιτικού, οι απόψεις του παρέμεναν στο
περιθώριο του πολιτικού διαλόγου. Το 2008 έβαλε υποψηφιότητα για το
προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων , και παρότι κινητοποίησε ενθουσιώδη
πλήθη νέων ανθρώπων, και είχε μια δυναμική βάση υποστήριξης στο internet
, αναγκάστηκε να αποχωρήσει σχετικά νωρίς από την κούρσα, αφού τα
ποσοστά του ήταν μάλλον χαμηλά.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν με την οικονομική κρίση . Οι «εμμονές» του γιατρού
από το Τέξας, έγιναν οι ανησυχίες μιας ολοένα μεγαλύτερης μερίδας των
Αμερικάνων. Ανησυχίες για τις συνέπειες μιας πολιτικής που ασκήθηκε τόσο
από τον George Bush όσο και από τον Barack Obama , και που οδήγησε σε
δυσθεώρητα ελλείμματα, σε εκτός ελέγχου κρατικές δαπάνες και σε υψηλή
φορολογία. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 56% των Αμερικάνων θεωρεί πως η
κυβέρνηση έχει μεγαλώσει τόσο πολύ , που αποτελεί κίνδυνο για τις
ελευθερίες των πολιτών. Σήμερα, ο Ron Paul θεωρείται o «πατέρας» των tea
parties , του πιο δυναμικού πολιτικού κινήματος στις Η.Π.Α, ενώ το
Νομοσχέδιο που προτείνει για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της
Ομοσπονδιακής Τράπεζας , είναι πολύ πιθανό να γίνει νόμος , αφού το
υποστηρίζουν 313 βουλευτές και των δύο κομμάτων .

Το παράδοξο είναι πως παρότι Ρεπουμπλικάνος , ο Ron Paul εκφράζει αυτή
τη στιγμή την πιο ριζοσπαστική κριτική στο σύστημα . Όπως έγραψε και ο
φιλελεύθερος αναλυτής Brian Doherty, o Paul « δεν είναι απλά ένας ακόμη
πολιτικός της αντιπολίτευσης αλλά αντιπροσωπεύει την απόλυτη άρνηση στην
ιδέα πως το «σύστημα» έχει λογική, δικαιοσύνη ή ότι μπορεί να
διατηρηθεί.». Παρότι, μεγάλο μέρος της Δεξιάς και της Αριστεράς τον
αντιμετωπίζει καταφεύγοντας συχνά στην ειρωνεία («ο τρελός θείος στην
ρεπουμπλικάνικη σοφίτα», τον χαρακτήρισε πρόσφατα ένας συντηρητικός
σχολιαστής), παρότι ο ευρωπαϊκός τύπος, χαρακτηρίζει τις απόψεις του
«ακραίες» ( μιας και αδυνατεί να καταλάβει πώς γίνεται να υπάρχουν
άνθρωποι, που δεν εκστασιάζονται με το «μεγάλο κράτος») , το σίγουρο
είναι πως κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει πια τον Ron Paul και το κίνημα
που ενέπνευσε.

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

Yγειονομική περίθαλψη για τους εργαζομένους
εκτάκτων αναγκών που δούλευαν στις 11 Σεπτεμβρίου 2001

 

 

Στις 2 Ιανουαρίου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα υπέγραψε πενταετή ιατρική περίθαλψη για τους εργαζομένους εκτάκτων αναγκών που υπέστησαν βλάβες στην υγεία τους ενώ εργάζονταν στο χώρο του Παγκοσμίου Εμπορικού Κέντρου, στη Νέα Υόρκη, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.

Το νομοσχέδιο - James Zadroga 9/11 Health and Compensation Act, το οποίο έλαβε το όνομα ενός αστυνομικού, ο οποίος πέθανε από ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος, την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια επιχείρησης διάσωσης στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου - θα χορηγήσει 4.2 δισεκατομμύρια δολλάρια τα επόμενα πέντε (5) χρόνια. Αυτά τα χρήματα θα αυξηθούν με την αύξηση της εισφοράς για ξένες εταιρίες που θα συνάψουν συμβάσεις προμηθείων με τη κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η νέα νομοθεσία προβλέπει νέα χρηματοδότηση για το Ταμείο Αποζημίωσης Θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου, ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα για τα θύματα των επιθέσεων.

 

Ο Πρόεδρος Ομπάμα υπέγραψε το νομοσχέδιο στη Καϊλούα (Χαβάη), όπου βρίσκεται για διακοπές. Σε ανακοίνωση του, ο Ομπάμα είπε: "Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ του κουράγιο των πυροσβεστών, των αστυνομικών και των πρώτων διασωστών που ρίσκαραν τη ζωή τους για να σώσουν άλλους. Πιστεύω είναι ένα σημαντικό βήμα για αυτούς που συνεχίζουν να φέρουν τα σημάδια μετά από αυτή την επίθεση."

Ο νόμος ήταν ο μόνος που πέρασε από το Κονγκρέσσο κατά τη διάρκεια της περιόδου συνόδων τον Δεκέμβριο, με κάποια αντίθεση των Ρεπουμπλικάνων. Οι Γερουσιαστές της Νέας Υόρκης και τα μέλη του Κονγκρέσσου επαίνεσαν αυτή τη κίνηση.

"Οι ήρωες που έσπευσαν στο Σημείο Μηδέν στις ώρες και μέρες μετά τις επιθέσεις δεν θα ξεχαστούν. Αυτοί οι πρώτοι διασώστες ήταν σαν βετεράνοι, και αυτός ο νόμος κρατά μια μακροχρόνια παράδοση της συμπαράστασης στους βετεράνους μας όταν αυτοί ζημιώνονται ανταποκρινόμενοι στην κλήση." είπε ο Τσαρλς Σούμερ, Γερουσιαστής των Δημοκρατικών στη Νέα Υόρκη. Επίσης υποσχέθηκε να "ξεκινήσει τη δουλειά αμέσως για να βεβαιωθεί ότι αυτός ο νόμος θα ανανεωθεί για άλλα πέντε χρόνια".

Ο Γερουσιαστής της Νέας Υόρκης Πέτερ Τ. Κίνγκ είπε ότι "αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη", και ότι η υπογραφή του νόμου είναι "Μια μεγάλη μέρα για την Αμερική."

Ο Γερουσιαστής των Δημοκρατικών Καρολίν Β. Μαλονέυ είπε ότι "Ο Νόμος Ζαντρόγκα (Zadroga) θα σώζει ζωές και θα πληρεί την ηθική υποχρέωση μας να φροντίζουμε αυτούς που υπερασπίζονται την Αμερική εν καιρό πολέμου."

 

el.wikinews.org/wik

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

 

 

Η εξέγερση των αποίκων για την ανεξαρτησία τους από την Αγγλική κυριαρχία στέφθηκε με επιτυχία μετά από αρκετούς μήνες ένοπλων συγκρούσεων. Έτσι, στις 4 Ιουλίου 1776 οι 13 αποικίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους ιδρύοντας την Ομοσπονδία που στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου θα γινόταν αρχικά η υπερδύναμη του καπιταλιστικού κόσμου και με την κατάρρευση της άλλης υπερδύναμης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θα καθίστατο προσωρινά η μοναδική.

Το πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε με την αμερικανική επανάσταση δεν διαμορφώθηκε μια κι έξω αλλά μέσα από σκληρές ιστορικές ταξικές, φυλετικές και άλλες κοινωνικές συγκρούσεις που στα μέσα του 19ου αιώνα πήραν τη μορφή της εμφύλιας στρατιωτικής σύγκρουσης των Βορείων και των Νοτίων. Γι’ αυτό είναι λαθεμένη η εθνοκεντρική-ελληνοκεντρική άποψη που αναλύει εντελώς ρηχά την αμερικανική ιστορία. Όπως, εξίσου ρηχή αλλά και σκοταδιστική είναι η ίδια η κυρίαρχη αγγλοσαξωνική προτεσταντική αντίληψη της ιστορίας. «Οταν η ιστορία οποιασδήποτε χώρας παρουσιάζεται ως ιστορία μιας οικογένειας, τότε αποκρύπτονται λυσσαλέες συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, σε αφέντες και δούλους, σε καπιταλιστές και εργάτες, σε εξουσιαστές και εξουσιαζομένους, σε άτομα διαφορετικής φυλής και φύλου. Και σ’ έναν τέτοιο κόσμο συγκρούσεων, σ’ έναν κόσμο θυμάτων και δημίων, είναι καθήκον των σκεπτόμενων ανθρώπων, όπως είπε ο Αλμπέρ Καμί, να μη συμμαχήσουν με τους δήμιους». Η ιδιαίτερη δικομματική συγκρότηση που χαρακτηρίζει το κομματικό σύστημα είναι και αυτή προϊόν ιστορικών συγκρούσεων που αντανακλούσαν με τη σειρά τους τα αντιτιθέμενα ταξικά και φυλετικά-εθνοτικά συμφέροντα. Το γενικό σχήμα εξέλιξης των βασικών κομμάτων είναι το εξής:

Χρονική περίοδος Τύπος οργάνωσης Βασικά κόμματα Καθοριστικές εκλογικές αναμετρήσεις
1796-1828 Κόμματα ελίτ Φεντεραλιστές Τζεφερσονιανοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1800, 1824
1830-1900 Κόμματα – μαζικές οργανώσεις (machine) Δημοκρατικοί vs Ουίγοι vs Ρεπουμπλικάνοι 1840, 1860, 1896
1900-1960 Μεταρρυθμισμένα κόμματα Δημοκρατικοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1912, 1932, 1952
1960-σήμερα Κόμματα υπηρεσίες Δημοκρατικοί vs Ρεπουμπλικάνοι 1960, 1968, 1980, 2000

Στη βιβλιογραφία, βέβαια, συναντάμε διαφορετικές εκδοχές για την εξέλιξη των κομμάτων και του κομματικού συστήματος, αλλά στην παρούσα φάση κρατάμε το συγκεκριμένο πίνακα ως λειτουργικότερο μιας και εξυπηρετεί τη σύντομη ανασκόπησή μας. Όπως βλέπουμε αυτή η τυπολογική κατάταξη διαφέρει κατά τι από την κλασική στο είδος της κατάταξη του Μωρίς Ντυβερζέ την οποία επέκτειναν οι Ρίτσαρντ Κατς και Πήτερ Μέιερ :

Α. Κόμματα στελεχών. Αρχικά τα πολιτικά κόμματα ήταν τοπικές επιτροπές από προσωπικότητες με επιρροή και προύχοντες στα πλαίσια κάθε εκλογικής περιφέρειας
 Ποιότητα μελών αντί ποσότητας
 Εσωτερική οργάνωση επιτροπών ατελής
 Μεγάλη αυτονομία επιτροπών
 Κόμματα = ομοσπονδία επιτροπών
 Βουλευτές με μεγάλη ανεξαρτησία. Αποτέλεσμα οι μάχες των εθνοσυνελεύσεων είχαν χαρακτήρα μονομαχίας

Β. Κόμματα μαζών. Ο αποκλεισμός σοσιαλιστών υποψηφίων από πηγές χρηματοδότησης οδήγησε στη συγκρότηση οργανώσεων με πολλά μέλη που κατέβαλλαν μικρές χρηματικές συνεισφορές κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Αποτέλεσμα ήταν η ενσωμάτωση στην οργάνωση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οπαδών. Έτσι η κομματική οργάνωση συνέβαλε στην πολιτική εκπαίδευση λαϊκών μαζών και δημοκρατική επιλογή υποψηφίων από συνέδρια (εθνικά, τοπικά, τομεακά).

• Τα κόμματα στελεχών ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της εποχής συγκρούσεων μεταξύ αριστοκρατών και αστών.
• Τα κόμματα μαζών ανταποκρίνονται στην εποχή κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί πολυπληθή εργατική τάξη που διεκδικεί την ενσωμάτωση του συνόλου των πολιτών στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και την διαρκή συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες πέρα από την ανά τετραετία καθολική ψηφοφορία για την εκλογή βουλευτών.

Η διαρκής μαζική οργάνωση μελών και ανάγκη διαρκούς είσπραξης συνδρομών και συνεισφορών συνέβαλε στην πολύ αυστηρότερη διοικητική οργάνωση και στην προοδευτική ανάπτυξη ενός πολύπλοκου και ιεραρχημένου οργανισμού και μιας ομάδας ενδοκομματικών ηγετών με αποτέλεσμα την εξασθένιση της θέσης των βουλευτών.

Κοινωνιολογικά, η διαμάχη μεταξύ ενδοκομματικών και κοινοβουλευτικών στελεχών αντανακλά τη διαμάχη των δύο ομάδων της βάσης: μέλη που εκλέγουν τους ενδοκομματικούς ηγέτες και οπαδοί που εκλέγουν τους βουλευτές. Τα μέλη είναι πιο ταυτισμένα με το κόμμα σε σχέση με τους ψηφοφόρους και, συνεπώς, πιο αδιάλλακτα.

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, οι ομοιότητες με την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κομμάτων είναι πολλές παρά τη σχετικά αργοπορημένη εμφάνισή τους έναντι αυτών των ΗΠΑ.

Γ. Το πανσυλλεκτικό κόμμα εμφανίστηκε στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’60 διατηρώντας πολλά στοιχεία του κόμματος μαζών. Το πρότυπο ανάπτυξης της Δύσης ήταν το υπόβαθρο του πανσυλλεκτικού κόμματος: ιδιότυπο καθεστώς συσσώρευσης με δομές εντατικής συσσώρευσης και μαζικής κατανάλωσης στη βάση συναινετικών θεσμών και δομών. Το πανσυλλεκτικό κόμμα υιοθετεί στρατηγικές άμεσης εκλογικής αποτελεσματικότητας που συνεπάγονται πρακτικές αποστασιοποίησης ή και αποστροφής από πρακτικές στρατολόγησης στη βάση των ιδεολογικών και κυρίως κοινωνικών ταυτίσεων, ενώ παράλληλα επιδιώκουν εκλογική υποστήριξη με αφετηρία πολιτικές και προγραμματικές συγκλίσεις.
Τα κόμματα πλέον παύουν να είναι παράγοντες της κοινωνίας που επιδιώκουν την επιρροή πάνω στο κράτος ή την διείσδυση σ’ αυτό. Αυτό σημαίνει μετατροπή των κομμάτων σε ανταγωνιστικούς μεσίτες μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις πανσυλλεκτικών κομμάτων βιώνουν μια έντονη αντίφαση προσπαθώντας αφενός να μεσιτεύσουν τα αιτήματα της κοινωνίας προς το κράτος αφετέρου να υποστηρίζουν την κρατική πολιτική απέναντι στην κοινωνία. Αντίθετα στις ΗΠΑ η εξέλιξη ήταν κάπως διαφορετική. Οι μαζικές οργανώσεις των πολιτικών κομμάτων κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης, της ανάπτυξης της εργατικής τάξης και της εισροής μεταναστών από την Ευρώπη δεν είχαν τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών συντηρητικών και σοσιαλιστικών κομμάτων (λόγω απουσίας φεουδαρχίας, ατομιστικής πολιτικής κουλτούρας και, σε μεγάλο βαθμό, των δυνατοτήτων επέκτασης της χώρας προς δυσμάς που λειτουργούσε ως αδιαμόρφωτο ακόμη «Αμερικανικό όνειρο» κ.ο.κ.). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ στην καλύτερη εμφάνισή του στις Προεδρικές του 1912 έφτασε το 6% και στις βουλευτικές είχε δύο βουλευτές στο Ομοσπονδιακό επίπεδο, μερικές έδρες σε Πολιτειακά νομοθετικά σώματα και 33 δημάρχους, για να μειωθεί σταδιακά η δύναμή του σε ελάχιστα ποσοστά. Έτσι, βλέπουμε τα υποτιθέμενα μαζικά κόμματα του 190υ αιώνα, Δημοκρατικό και Ρεπουμπλικανικό, να είναι ουσιαστικά πανσυλλεκτικά, τη δε δομή τους να μην έχει τα πυραμιδωτά χαρακτηριστικά των κομμάτων-μαζών.

Δ. Τα κόμματα καρτέλ είναι η πιο σύγχρονη κομματική μορφή που απαντάμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, πολλά χαρακτηριστικά των οποίων απαντώνται και στα βασικά αμερικανικά κόμματα ήδη από το 1960. Τα κόμματα αυτά χαρακτηρίζονται από πολιτικούς που θεωρούν την πολιτική ως επάγγελμα (πολλοί δε ως πηγή πλουτισμού και ελάχιστοι ως καθήκον του πολίτη). Η βάση του κομματικού ανταγωνισμού είναι το κατά πόσο οι πολιτικοί έχουν διαχειριστικές δεξιότητες και είναι γενικώς και αορίστως αποτελεσματικοί, ενώ η ιδεολογία έχει χαθεί ως έννοια. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η «έςνταση κεφαλαίου» της κομματικής δουλειάς και της κομματικές προεκλογικής εκστρατείας. Εκεί που οι εθελοντές έπαιζαν σημαντικό ρόλο, έστω και σε «ταπεινά καθήκοντα» αφισοκόλλησης και «cheerleaders» αναλαμβάνουν τώρα οι διάφορες εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες πολιτικού μάρκετινγκ, διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων, χάραξης στρατηγικής και, πάνω απ’ όλες οι εταιρείες ερευνών κοινής γνώμης. Τα κόμματα πια εδρεύουν στο κράτος και παύουν πλέον να είναι μεσίτες της κοινωνίας προς αυτό. Οι σχέσεις των κομματικών ελίτ και των απλών μελών είναι, σε γενικές γραμμές, αυτές της «αμοιβαίας αυτονομία» (ένας κομψός όρος για να πούμε ότι τα μέλη και οι οπαδοί ξεκίνησαν την απόδρασή τους από τα κόμματα). Τέλος, τα εναπομένοντα μέλη δεν έχουν ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις και τα όρια μεταξύ μελών και μη-μελών είναι πλέον ασαφή, και η έμφαση είναι στο άτομο ως μέλος και όχι ως οργανωμένο σώμα (π.χ. Βρετανικό Εργατικό Κόμμα). Η εμπειρία των κομμάτων των ΗΠΑ είναι και εδώ διαφορετική ή και πρωτοποριακή σε σχέση με τα κόμματα-καρτέλ.

Ας επιστρέψουμε για λίγο στον πίνακα της εξέλιξης των κομμάτων των ΗΠΑ. Όσον αφορά τα κόμματα των ελίτ δεν τίθεται θέμα σύγκρισης καθώς η λογική είναι ίδια με αυτή των ευρωπαϊκών κομμάτων των ελίτ. Το 1824 μια νέα γενιά ηγετών εμφανίστηκε στα τότε κόμματα. Στο μεταξύ είχαν εκλείψει οι Φεντεραλιστές και είχαν κυριαρχήσει οι Ρεπουμπλικανοί. Η θεματολογία των εκλογών δεν χαρακτηριζόταν πια από τα έντονα προβλήματα και οι συγκρούσεις μεταξύ Βρετανόφιλων και Γαλλόφιλων (ουσιαστικά εκπροσωπούσαν καπιταλιστές που είχαν αντίστοιχους εμπορικούς προσανατολισμούς και εκφράστηκαν με τις αντίστοιχες στοιχίσεις στις πολεμικές συρράξεις των δύο μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης). Νικητής από τους νεώτερους Ρεπουμπλικανούς (μόνο αυτούς ήταν οι 4 υποψήφιοι) αναδείχθηκε ο Άντριου Τζάκσον από την Πολιτεία Τεννεσή. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από την οικοδόμηση ενός «πελατειακού κράτους» (που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, όπως νομίζουν πολλοί «εκσυγχρονίζοντες»). Σύμφωνα με έναν εξέχοντα ιστορικό είναι δίκαιο να δηλώσει κανείς ότι ο Τζάκσον εισήγαγε το ‘σύστημα των λαφύρων’στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ποτέ του δεν το μετάνιωσε. Η πολιτική λογική του για τη στελέχωση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού ήταν τόσο απλή όσο των ανθρώπων των δυτικών συνόρων: «Τα καθήκοντα όλων των δημοσίων λειτουργών είναι (…) τόσο σαφή κι απλά που άνθρωποι με εξυπνάδα μπορούν μετά χαράς αυτοπροταθούν για να αναλάβουν να τα εκτελέσουν (…) και δεν μπορώ παρά να πιστεύω πως έχουμε πολλά να χάσουμε αν υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν μια θέση επί μακρόν από όσα γενικά μπορούμε να κερδίσουμε από την εμπειρία τους (. . ) Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει περισσότερα φυσικά δικαιώματα από κάποιον άλλο πάνω σε δημόσιες θέσεις εργασίας.» Απέναντί του στάθηκαν οι Ουίγοι (Whigs ήταν οι Φιλελεύθεροι στη Βρετανία και όσοι κάτοχοι αξιωμάτων στις αποικίες αντιστάθηκαν στους Βρετανούς και πήραν μέρος στην επανάσταση του 1776) και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί με κύριο το Αντι-Μασονικό Κόμμα που ήταν το «κόμμα νέου τύπου» γιατί δημιουργήθηκε από τα κάτω ως «εξωκοινοβουλευτικό» μαζικό κόμμα μα συγκεκριμένη αντέντα, της οποίας το κύριο αίτημα ήταν ο πλήρης εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής με το κλείσιμο των «μυστικών οργανώσεων». Στις εκλογές του 1836 ο Μάρτιν Βαν Μπιούρεν, διάδοχος του Τζάκσον, υπό την ταμπέλα των «Δημοκρατικών Ρεπουμπλικανών» νίκησε τους Ουίγους που διασπάστηκαν μεταξύ τριών υποψηφίων. Μεταξύ 1840 και 1852 είχαν σχηματιστεί και συγκρούονταν τα κόμματα των μαζικών οργανώσεων, Ουίγοι και Δημοκρατικοί (υπό τον Βαν Μπιούρεν). Στις εκλογές του 1840 οι Ουίγοι κέρδισαν με τον …Μακ Κέιν της εποχής, τον στρατιωτικό θρύλο που άκουγε στο όνομα Γουίλιαμ Χένρι Χάρισον του Οχάιο: «Ο λόγος για τον οποίο η εκστρατεία του 1840 εξελίχθηκε στην πιο διασκεδαστική και πιο βλακώδη προεδρική εκλογή είναι το ότι οι Ουίγοι νίκησαν τους Δημοκρατικούς με τις ίδιες τις μεθόδους τους. Δεν υιοθέτησαν ουδεμία πλατφόρμα, έχρισαν υποψήφιο έναν στρατιωτικό ήρωα, αγνόησαν τα πραγματικά διακυβεύματα και δεν απευθύνθηκαν στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων αλλά στα συναισθήματά τους. Οι προσδοκίες του κέρδους και της πατρωνίας χρησιμοποιήθηκαν για ‘την άντληση των ψήφων’ και στο λαό προσέφεραν ένα μεγάλο σόου». Ο εκλεγείς Χάρισον δεν πρόλαβε να το χαρεί και πέθανε διαδεχόμενος από τον αντιπρόεδρος Τζων Τάιλερ. Οι Ουίγοι είχαν παράλληλα κερδίσει και την πλειοψηφία της Γερουσίας. Όμως, η πολυσυλλεκτικότητά τους στάθηκε η αχίλλειος πτέρνα τους κι έτσι διασπάστηκαν για να επανέλθουν το 1844 οι Δημοκρατικοί στην Προεδρία. Στις εκλογές αυτές εμφανίστηκε το Liberty Party με σκοπό του την κατάργηση της δουλείας ως μονοθεματικό κοινωνικο-κινηματικό κόμμα και πήρε 2% αφαιρώντας ψήφους από τους Ουίγους που με τη σειρά τους ξαναπήραν την Προεδρία το 1848, πάλι με στρατιωτικό ήρωα, τον Ζάκαρι Ταίηλορ. Οι Δημοκρατικοί είχαν υποψήφιο τον Γερουσιαστή Λιούις Κας που ήταν αντίθετος με την επέκταση της δουλείας στις νέες κατακτήσεις (Νέο Μεξικό κλπ.) και αυτό στοίχισε ψήφους προς τους Ουίγους ενώ η μετριοπάθεια της αντίθεσής του έστειλε τους πιο ριζοσπάστες στο κόμμα Free Soil με υποψήφιο τον Βαν Μπιούρεν. Τέλος το 1852 διεξήχθη η τελευταία εκλογική εκστρατεία με κύριους αντίπαλους τους Δημοκρατικούς και τους Ουίγους. Το Free Soil δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο καθώς τα δύο μεγάλα κόμματα άρχισαν πλέον να διασπώνται με αφορμή την κατάργηση της δουλείας και τις επερχόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις λόγω της εντατικοποίησης της εκβιομηχάνισης. Οι οικονομικά «προοδευτικοί» και κοινωνικά «συντηρητικοί» Ουίγοι έχασαν τις εκλογές και διασπάστηκαν. Το Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε σε Βόρειους αντίπαλους της δουλείας και σε Νότιους υπερασπιστές της ανοίγοντας το δρόμο για την εμφάνιση και επικράτηση του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του ανερχόμενου βιομηχανικού καπιταλιστικού μπλοκ που υποσχόταν την κατάργηση της δουλείας (επί της ουσίας ήθελε ελεύθερο και φθηνό εργατικό για τις εργατουπόλεις του ανερχόμενου βιομηχανικού βορρά). Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ενώπιον των πυλών. Από τα συντρίμμια του κόμματος των Ουίγων και την πτώση και διάσπαση των Δημοκρατικών ωφελήθηκε το μαζικό American Party με την αντιμεταναστευτική, αντικαθολική και μυστικοπαθή δραστηριότητά του μέσω των «μυστικών εταιριών» (οι διαβόητοι “Know-Nothings” που δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν ήξερα τίποτα για τις μυστικές ενώσεις). Το Αμερικάνικο Κόμμα σάρωσε σε πολλές πολιτείες, κυρίως στη Μασαχουσέτη, στο Μέριλαντ και στο Κεντάκι, όπου πήρε τις τοπικές κυβερνήσεις και βουλές. Κι εκεί που όλοι νόμιζαν πως θα γίνει το νέο βασικό κόμμα, στην ετήσια συνδιάσκεψη του 1956 σκάει η φούσκα όταν επήλθε τεράστια ρήξη λόγω της σύγκρουσης Βορείων και Νοτίων για την κατάργηση της δουλείας. Οι Βόρειοι ήταν ο κύριος όγκος των συνέδρων του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που απηύθυνε έκκληση συνεργασίας σε οπαδούς του Free Soil και των Ουίγων, σε Δημοκρατικούς που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας και σε δυσαρεστημένους Know-Nothings. Στις εκλογές του 1856 τα τρία κόμματα συγκρούστηκαν άγρια και οι Ρεπουμπλικανοί έκαναν την έκπληξη και με 33% των ψήφων εγκαταστάθηκαν στη δεύτερη θέση στέλνοντας το Αμερικάνικο Κόμμα στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Όλες αυτές οι εκλογικές αναμετρήσεις είχαν πολύ υψηλή συμμετοχή που έφτανε το 80% και η οποία έγινε ακόμη πιο υψηλή το 1860 όταν εκλέχτηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός Αβραάμ Λίνκολν. Οι Δημοκρατικοί κατέβηκαν με δύο ψηφοδέλτια, το Βόρειο και το Νότιο και, βεβαίως, έχασαν το παιχνίδι και σε λίγο έγιναν υπαίτιοι (“War Democrats”) ενός από τους χειρότερους εμφυλίους πολέμους της παγκόσμιας ιστορίας. “War Democrats” από το Βορρά στήριξαν τον Λίνκολν. Υπήρξαν, βέβαια, Δημοκρατικοί που εναντιώθηκαν στον πόλεμο. Αντιπολίτευση αντιμετώπισε και μέσα από το κόμμα του από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνους» που απαιτούσαν να αναλάβει το Κογκρέσο την ευθύνη του πολέμου, να καταργηθεί εδώ και τώρα η δουλεία και να ανασυγκροτηθεί πολιτική ο νότος μετά τη λήξη του πολέμου. Για να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση, ο Λίνκολν διεύρυνε το κόμμα του με τους “War Democrats” και το μετονόμασε σε Union Party (Κόμμα της Ένωσης). Κι όμως, στις εκλογές του 1864 οι “War Democrats” κατέβασαν δικό τους υποψήφιο κόντρα στον Λίνκολν αλλά μάταια. Μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, την Προεδρία ανέλαβε ο προερχόμενος από τους “War Democrats” Αντιπρόεδρος Άντριου Τζάκσον αλλά αντιμετώπισε σκληρή αντιπολίτευση από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανούς» που πέτυχαν να υπερψηφιστεί πρόταση μομφής εναντίον του αλλά απέτυχαν να πείσουν τους γερουσιαστές. Με την επιστροφή των Νοτίων πολιτειών στην Ομοσπονδία το Δημοκρατικό Κόμμα ξανάγινε «αξιωματική αντιπολίτευση». Ο ήρωας του πολέμου στρατηγός Οδυσσέας Γκραντ ηγήθηκε των Ρεπουμπλικάνων και παρέμεινε Πρόεδρος για δύο θητείες (1868 και 1872). Έτσι, λοιπόν, το τέλος του πολέμου βρήκε τους Ρεπουμπλικανούς νικητές και τις ΗΠΑ μια διαφορετική χώρα. Τυπικά η δουλεία καταργήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1865 με την 13η Τροποποίηση του Συντάγματος ενώ η μόνη εξαίρεση που διατηρήθηκε αφορούσε την περίπτωση διάπραξης εγκλήματος, κάτι που προκαλούσε αρνητικές ερμηνείες και προβλήματα. Και για να μη νομίζουμε πως επρόκειτο για μια απλή διαδικασία, η τροποποίηση έπρεπε να εγκριθεί από τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Και ποια ήταν η Πολιτεία που τελευταία κατάργησε και τυπικά τη δουλεία μόλις το 1995; Η Πολιτεία του Μισισίπι!!!

Η ανασυγκρότηση των υποδομών έδωσε δουλειά σε πολύ κόσμο και, κυρίως, έδωσε νέα ορμή στην καπιταλιστική εκβιομηχάνιση καθώς η χώρα θα συνεχιζόταν να επεκτείνεται προς τη Δύση και χρειαζόταν νέους σιδηροδρόμους, νέα εργοστάσια και νέες αγροτικές και κτηνοτροφικές εκτάσεις που θα ετίθεντο υπό την εκμετάλλευση των μεγάλων αγροβιομηχανικών επιχειρήσεων. Μέσα σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο θα γιγαντώνονταν τα πολιτικά κόμματα και θα άλλαζε ο πολιτικός τους προσανατολισμός καθώς οι Ρεπουμπλικανοί θα γίνονταν το κόμμα των βιομηχανικών και χρηματιστικών κύκλων της αστικής τάξης ενώ το Δημοκρατικό θα ψηφιζόταν από τους «χαμένους» της διαδικασίας της εκβιομηχάνισης αγρότες και εργάτες. Οι Ρεπουμπλικάνοι εξελίχθηκαν σε ένα άκρως εθνοκεντρικό κόμμα επιβάλλοντας αντιμεταναστευτική πολιτική και νομοθεσία με αποτέλεσμα οι Δημοκρατικοί να ψηφίζονται και από τους μετανάστες που ζούσαν στις μεγάλες πόλεις. Η σύγκρουση των δύο κομμάτων ήταν σφοδρή. Ο συσχετισμός δυνάμεων έγερνε πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά. Οι ανάγκες της πανεθνικής πολιτικής σύγκρουσης είχε ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση μαζικών οργανώσεων (machines) από τα κόμματα, που, εκτός των άλλων, αποσκοπούσαν και στην πολιτική ενσωμάτωση των νέων πληθυσμών που προέρχονταν από τις νέες πολιτείες και κτήσεις καθώς και των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που συνέρρεαν από όλο τον κόσμο και, κυρίως, από την Ευρώπη. Όμως, όπως παρατήρησε ο Ρόμπερτ Μίκελς, «όποιος μιλά για οργάνωση μιλά για ολιγαρχία», δηλαδή σε κάθε πολιτική οργάνωση (κόμμα ή συνδικάτο) όσο και αν θεωρείται δημοκρατική δημιουργούνται ηγετικές γραφειοκρατικές ολιγαρχίες. Έτσι εξελίχθηκαν στη φάση αυτή τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα. Παράλληλα, οι μηχανισμοί ανέπτυξαν τεράστια δίκτυα πελατειακών σχέσεων (“machine politics”). «Ο μηχανισμός και οι ηγέτες ήθελαν πολιτική δύναμη κι εξουσία. Η πολιτική εξουσία οδηγούσε σε προσωπικό πλούτο. Για να αποκτηθούν δύναμη κι εξουσία οι μηχανισμοί χρειάζονταν τον έλεγχο των δημοσίων αξιωμάτων οπότε όριζαν ποιοι θα ήταν οι υποψήφιοι και τους εξασφάλιζαν πιστές και προβλέψιμες ψήφους. Σε αντάλλαγμα, η αντιπαροχή του μηχανισμού ήταν η προσφορά σε προσωπική βάση υπηρεσιών και χειροπιαστών υλικών ανταμοιβών σε εκείνους που τον υποστήριζαν.»

Επειδή, όπως τονίσαμε, οι μηχανισμοί είχαν συχνά ανάγκη από άφθονο χρήμα, διαφθορά επικρατούσε στις πόλεις όπου δημόσια αξιώματα έφερναν εκτός από τη δόξα και τον πλούτο. Έτσι οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι και οι κομματικοί στρατοί τους νόθευαν τις εκλογικές διαδικασίες («μπούκωναν» τις κάλπες με ψηφοδέλτια δικά τους, διπλοψήφιζαν και τριπλοψήφιζαν) και τρομοκρατούσαν ανοιχτά τους αντίπαλούς τους. Προεκλογικά βοηθούσαν τους μετανάστες, έδιναν δουλειές και άλλες παροχές στους φτωχούς για να τους πάρουν τις ψήφους κι αυτοί λόγω έλλειψης κράτους πρόνοιας υπέκυπταν στους εκβιασμούς. Αυτά τα συμπτώματα «άρρωστης δημοκρατίας» δεν έχουν εξαλειφθεί, παρ’ όλο που πολλοί θεωρούν ότι κράτησαν ως τη δεκαετία 1950-1960. Η κατάσταση στην πόλη του Σικάγο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική και είναι πρώτη στην πολιτική διαφθορά. Οι εργάτες και οι αγρότες ένοιωθαν αποκλεισμένοι από τις πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις και είχαν την αίσθηση ότι οι κοινότητές τους δεν όριζαν οι ίδιες τις τύχες τους αλλά η παγκόσμια αγορά, οι κερδοσκόποι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι άπληστοι βιομηχανικοί καπιταλιστές (robber barons). Όταν εκδηλώθηκε η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση το κομματικό σύστημα άρχιζε να τρίζει επικίνδυνα. Μεταξύ 1870 και 1896 οι αγρότες των Μ μεσοδυτικών, δυτικών και νότιων πολιτειών δημιούργησαν οργανώσεις εκπροσώπησης των συλλογικών συμφερόντων τους. Το Greenback Party που υποστήριζε το αίτημα έκδοσης χάρτινου χρήματος και το αγροτικό κίνημα Granger που αγωνιζόταν εναντίον των μονοπωλίων των σιδηροδρόμων και προωθούσε την ιδέα των αγροτικών μεταφορικών συνεταιρισμών και ταχυδρομείων κατέβασαν κοινούς υποψηφίους στις εκλογές (1876, 1880, 1884). Όμως, τη μεγάλη απειλή για τα δύο μεγάλα κόμματα την αντιμετώπισαν όταν το 1892 το Κόμμα του Λαού (People’s Party ή Populists) με υποψήφιο πρόεδρο τον Τζέιμς Γουήβερ πήρε 8% και εξέλεξε 22 εκλογείς στο Εκλεκτορικό Κολέγιο, 6 κυβερνήτες και αρκετούς δημάρχους μικρών πόλεων. Οι Δημοκρατικοί εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γκρόουβερ Κλήβελαντ και κατέκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Όμως, ο Κλήβελαντ ήταν ανοιχτά άνθρωπος των βιομηχάνων και των τραπεζιτών. Έτσι, υπεράσπισε με νύχια και με δόντια το «χρυσό κανόνα» αρνούμενος σθεναρά να υιοθετήσει την πρόταση των αγροτών, των εργατών και των μικρεμπόρων και μικροβιοτεχνών. Έτσι, χειροτέρεψε η οικονομική κατάσταση, κατέρρευσαν τράπεζες, χρεοκόπησαν επιχειρήσεις, μειώθηκε η βιομηχανική παραγωγή, εκατοντάδες χιλιάδες έμειναν άνεργοι. Επί 30 χρόνια οι Δημοκρατικοί θα αντιμετωπίζονταν από τα λαϊκά στρώματα ως το κόμμα που πρόδωσε τις ελπίδες τους και έφερε φτώχεια και μιζέρια. Το 1894 οι Ρεπουμπλικάνοι επανάκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο και η αυτοπεποίθηση των Δημοκρατικών έπεσε στο ναδίρ. Στη συνδιάσκεψη του 1896 ένας πρώην βουλευτής από τη Νεμπράσκα έκανε την εμφάνισή του και με το λόγο του ξεσήκωσε το παθιασμένο χειροκρότημα της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών συνέδρων. Ο Γουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν επιτέθηκε στους υποστηρικτές του «χρυσού κανόνα» λέγοντας: «Δεν θα σταυρώσετε την ανθρωπότητα πάνω σε ένα χρυσό σταυρό.» Οι σύνεδροι κατενθουσιασμένοι υπερψήφισαν την υποψηφιότητά του. Το Δημοκρατικό Κόμμα τάχθηκε με τα εκατομμύρια των εργατών και αγροτών και γενικότερα με τη «φτωχολογιά». Το «Κόμμα του Λαού» στη δική του συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα μερικές μέρες αργότερα τάχθηκε και αυτό υπέρ του Μπράιαν. Όμως, η ρητορική του Μπράιαν ξέφυγε από το πλαίσιο «τάξη εναντίον τάξη» και έγινε «ύπαιθρος εναντίον πόλεων», με αποτέλεσμα οι Ρεπουμπλικανοί με τον Γουίλιαμ ΜακΚίνεϋ, που τον χρηματοδοτούσαν φανερά και ξεδιάντροπα οι κεφαλαιοκράτες,να καταφέρουν να κερδίσουν τον κόσμο των εργαζομένων των πόλεων με το επιχείρημα ότι μόνο με την ανάπτυξη των μεγάλων επιχειρήσεων των πόλεων θα μπορέσουν να κρατήσουν τις δουλειές τους, και τους υποσχέθηκαν να επιβάλλουν υψηλούς βιομηχανικούς δασμούς στις εισαγωγές. Έτσι έχασαν οι Δημοκρατικοί και οι «Λαϊκιστές» έσβησαν ως κόμμα.

Σύντομα, όμως, τα πράγματα θα άλλαζαν με την είσοδο στην «Προοδευτική Εποχή». Το Προοδευτικό Κίνημα ζητούσε σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις: μαζική εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους, μεταρρύθμιση των εκλογικών διαδικασιών, καθιέρωση δημοψηφισμάτων και δικαιώματος των πολιτών να παίρνουν πρωτοβουλίες για συλλογή υπογραφών για δημοψηφίσματα, προκριματικές εκλογές των κομμάτων για την ανάδειξη των υποψηφίων στα αξιώματα, δυνατότητα ανάκλησης των εκλεγμένων αξιωματούχων και διενέργειας επαναληπτικών εκλογών, κατάργηση κομματικών ψηφοδελτίων, επιβολή ισχυρών κανονισμών στις δημόσιες υπηρεσίες, επέκταση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και, πρωτίστως, στις γυναίκες. Μετά τη δολοφονία του ΜακΚίνευ την Προεδρία ανέλαβε ο τότε αντιπρόεδρος Θεόδωρος Ρούζβελτ, ο οποίος υιοθέτησε τις θέσεις του Προοδευτικού κινήματος και σάρωσε στις εκλογές του 1904. Όμως, ο διάδοχός του, ο Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ πρόδωσε το Προοδευτικό κίνημα κι έτσι στις εκλογές του 1912 ο Ρούσβελτ κατέβηκε ως υποψήφιος του Προοδευτικού Κόμματος κι έστειλε τους Ρεπουμπλικάνους στην τρίτη θέση με μεγάλη διαφορά (88 εκλέκτορες έναντι 8). Στα θετικά σημεία της πλατφόρμας του ήταν η καθιέρωση της γυναικείας ψήφου, η ανάκληση των δικαστικών αποφάσεων, η ευκολότερη αναθεώρηση του συντάγματος, η καθιέρωση νομοθεσίας για την κοινωνική πρόνοια προς γυναίκες και παιδιά, αύξηση εργατικών μισθών, περιορισμός των αντιαπεργιακών διατάξεων, αναθεώρηση του τραπεζικού συστήματος για καθιέρωση ελαστικότερου νομίσματος, υποχρεωτική ιατροφαρμακευτική ασφάλιση των εργαζομένων, νέοι φόροι κληρονομιάς και εισοδημάτων, βελτίωση των υδάτινων δρόμων της ενδοχώρας, κ.α. Στα αρνητικά του ήταν ο νέο-εθνικισμός που, πέρα από τις οικονομικές λογικές της επιβολής δασμών και της πρόταξης της κοινωνικής πρόνοιας έναντι των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που προωθούσε με τη Νέα Ελευθερία ο Τόμας Γούντοου Γουίλσον των Δημοκρατικών, ήταν κάλεσμα για την ενίσχυση του στρατιωτικού κατεστημένου. Όμως, οι Ρεπουμπλικάνοι κατάφεραν να ξαναπάρουν πίσω ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού και των ψηφοφόρων των Προοδευτικών ενώ άλλοι ακολούθησαν τον Γουίλσον στο Δημοκρατικό Κόμμα, που έπαιρνε ολοένα και πιο προοδευτικές θέσεις. Το 1924 ο υποψήφιος των Προοδευτικών Ρόμπερτ Λαφολέτ πήρε για τελευταία φορά υψηλό ποσοστό (16,2%). Έτσι, οι Προοδευτικοί είτε ως ανεξάρτητο κόμμα είτε ως πτέρυγες των δύο μεγάλων κομμάτων έβαλαν τη σφραγίδα τους στην εποχή που θα έκλεινε με την άνοδο και την κυριαρχία του Δημοκρατικού Φρανκλίνου Ρούζβελτ που επέβαλε το Νιου Ντήλ και την πιο φιλεργατική νομοθεσία που είχαν ποτέ οι ΗΠΑ. Στο μεταξύ με την οικοδόμηση ενός τύπου «κράτους πρόνοιας», που επιτεύχθηκε με την κυβέρνηση Ρούσβελτ και την κινητοποίηση των εργατικών συνδικάτων για δικαιώματα που κατακτήθηκαν με σκληρές απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων και χώρων δουλειάς και συγκρούσεις με τις ιδιωτικές αστυνομίες των εργοδοτών, μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία στο πλαίσιο του Δημοκρατικού Κόμματος που άλλαξε εντελώς το κόμμα. Αυτή η συμμαχία ευνοήθηκε στην άνοδό της με τους Ρουσβελτιανούς Δημοκρατικούς και με την μετακίνηση ψηφοφόρων που απογοητεύτηκαν από το χειρισμό από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων της τρομακτικότερης οικονομικής κρίσης. Ο Πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ και τα νεοκλασικά οικονομικά του (η οικονομική ορθοδοξία της εποχής) έσπρωξαν την κρίση στα άκρα, προκαλώντας Κραχ και στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και την απίστευτη μιζέρια του δόγματος «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Εξίσου ευνοήθηκε και από το γεγονός ότι γενιές ολόκληρες μεταναστών είχαν αποκτήσει εκλογικά δικαιώματα και τα παιδιά τους ενηλικιώνονταν τότε δημιουργώντας ένα νέο μεγάλο στρώμα Δημοκρατικών ψηφοφόρων, που, εκτός των άλλων, ήθελαν να ψηφίσουν εναντίον της ρατσιστικής και αντίληψης και αντιμεταναστευτικής πολιτικής των Ρεπουπλικανών. Η κοινωνική συμμαχία ράγισε το 1948 για να διαλυθεί το 1952 οπότε ο «ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου» Άικ Άιζενχάουερ ανέλαβε τα ηνία της Προεδρίας των ΗΠΑ με τους Ρεπουμπλικάνους εν μέσω ψυχρού πολέμου. Το 1948 ο Χάρρυ Τρούμαν που είχε διαδεχθεί το Ρούσβελτ μετά το θάνατό του το 1945 επανεκλέχτηκε διαψεύδοντας όλες τις τότε δημοσκοπήσεις, που ήθελαν τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Τόμας Ντιούι να βγαίνει με ευκολία. Οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις δεν έλαβαν υπόψη τους τη λαϊκή βάση (οι περισσότεροι δεν είχαν δικό τους τηλέφωνο τότε) των Δημοκρατικών που συνέτριψε τόσο την ανταρσία των Νότιων Δημοκρατικών που κατέβασαν ρατσιστή υποψήφιο σε ένδειξη διαμαρτυρίας γιατί ο Τρούμαν υποστήριζε την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στους Αφροαμερικανούς και προωθούσε γενικότερα την κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωσή τους όσο και την Ρεπουμπλικάνικη υπεροψία. Ο Τρούμαν είχε αμφισβητηθεί και από την Προοδευτική πτέρυγα που κινήθηκε να κατεβάσει τον πρώην αντιπρόεδρο Χένρυ Γουάλλας, κυρίως εναντιωνόμενη στην ψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική και την πολεμική επέμβαση στην Κορέα. Ο Άιζενχάουερ εξελέγη το 1952 στις πρώτες εκλογές που μεταδόθηκαν από την τηλεόραση. Από το σημείο αυτό αλλάζει πάλι η θέση, ο ρόλος και η οργάνωση των βασικών κομμάτων. Τα κόμματα προσαρμόζονται στις ανάγκες της τηλεοπτικής εποχής κατά την οποία οι φακοί της δημοσιότητας στρέφονται στις προσωπικότητες των υποψηφίων. Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα παίζουν το ρόλο του παροχές υπηρεσιών υποστήριξης και διαφήμισης των υποψηφίων. Δεν ήταν, όμως, μόνο η διάδοση της τηλεόρασης ο μοναδικός παράγοντας αυτής της εξέλιξης. Το «κράτος πρόνοιας» άφηνε ολοένα και λιγότερα περιθώρια στους κομματικούς μπόσηδες και τους μηχανισμούς να αναπτύσσουν «πελατειακές σχέσεις». Οι δημόσιοι υπάλληλοι προστατεύονταν πια με νόμους και κανονισμούς από την εκδίωξή τους και την αντικατάστασή τους από τους εκάστοτε κυβερνητικούς οπαδούς. Η δεκαετία του 1950, εξάλλου, ήταν η περίοδος ανάπτυξη των προαστίων των μεγαλουπόλεων που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή από τα κέντρα των πόλεων των αστών αλλά και σχετικά ευημερούντων εργατικών στρωμάτων. Η παρακμή των κομματικών οργανώσεων των πόλεων εντάθηκε και από το γεγονός ότι τα φτωχότερα μεταναστευτικά και αφροαμερικανικά στρώματα της εργατικής τάξης στηρίζονταν περισσότερο στις δικές τους οργανώσεις παρά στις κομματικές για την επιβίωσή τους. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και η μετάβαση σε μια «μεταβιομηχανική οικονομία» των υπηρεσιών σήμαινε ότι καθημερινά το κεφάλαιο δημιουργούσε νέες αγορές, μεταξύ άλλων τη διαφήμιση, τις δημόσιες σχέσεις, την εκπαίδευση-επιμόρφωση και άλλες υπηρεσίες μάρκετινγκ και συμβουλών που ήταν απαραίτητες για τα πολιτικά κόμματα προκειμένου να υποστηρίζουν τους υποψήφιούς τους. Το αποτέλεσμα ήταν να μειώνεται συνεχώς ο ρόλος του κομματικού μέλους. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το πρόπλασμα του «κόμματος-καρτέλ» να έχει ήδη κατασκευαστεί στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, προτού εξαπλωθεί στην Ευρώπη τρεις δεκαετίες αργότερα.

Για να κλείνουμε αυτή την ιστορική ενότητα θα χρειαστεί να αναφερθούμε συνοπτικά στα γεγονότα της περιόδου 1960-2000. Το 1960 ο Τζων Φ. Κέννεντυ νίκησε με πολύ μικρή διαφορά τον Ρίτσαρντ Νίξον με ένα ασαφές πρόγραμμα «Αλλαγής» που, όμως, εξέφραζε τον πόθο δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών εργαζομένων και νεολαίας, λευκών, αφρομερικανών και μεταναστών να μπει ένα τέρμα στην άκρως συντηρητική διακυβέρνηση των Ρεπουμπλικανών και να ενσωματωθούν όλοι στη κοινωνική και πολιτική ζωή των ΗΠΑ. Στις εκλογές αυτές έγινε το πρώτο τηλεοπτικό debate μεταξύ των υποψηφίων. Η τηλεόραση παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο. Η δολοφονία του Κέννεντυ άνοιξε το δρόμο στον πολύ αμφιλεγόμενο Λύντον Τζόνσον, ο οποίος ήταν «γεράκι» όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και θετικός απέναντι στα κοινωνικά αιτήματα στο εσωτερικό. Απέναντί του είχε ένα διχασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που κατέβασε τον πρώτο νεοσυντηρητικό-νεοφιλελεύθερο, τον νοτιοδυτικό Μπάρι Γκολνγουώτερ που νίκησε τον βορειοανατολικό Νέλσον Ροκφέλλλερ. Η προβολή της «Μεγάλης Κοινωνίας» από τον Τζόνσον και η αδυναμία των Ρεπουμπλικανών είχε ως αποτέλεσμα μια από τις μεγαλύτερες νίκες των Δημοκρατικών με 61% (οι Ρεπουμπλικανοί προηγήθηκαν μόνο σε 6 πολιτείες). Ο Τζόνσον επέβαλε την Ομοσπονδιακή Στήριξη της Δημόσιας Εκπαίδευσης, την Πράξη για τα Εκλογικά Δικαιώματα και το πρόγραμμα Medicare για την παροχή ασφάλισης υγείας σε όλους τους ανθρώπους άνω των 65 ετών και σε όσους χρειαζόταν ειδική βοήθεια. Όμως, στην εξωτερική πολιτική αποδείχθηκε «άξιος εκπρόσωπος» του ιμπεριαλισμού και συνεχώς αύξαινε τα αμερικανικά στρατεύματα στο Βιετνάμ ξεσηκώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες σε ένα από τα μαζικότερα αντιπολεμικά κινήματα της παγκόσμιας ιστορίας. Το 1968 στο συνέδριο των Δημοκρατικών με την απόφασή της ηγεσίας να ορίσει άλλον υποψήφιο, τον Χιούβερτ Χάμφρευ και όχι τον αντιπολεμικό ακτιβιστή Γιουτζήν Μακάρθι που είχε κερδίσει την πλειοψηφία των συνέδρων από τις προκριματικές, έβαλε μόνο του την πέτρα και βούτηξε στα βαθιά νερά των Χιλίων Λιμνών. Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές χτυπήθηκαν από τα ΜΑΤ και την εθνοφρουρά κι έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις. Ο γερουσιαστής Αβραάμ Ρίμπικωφ σε δηλώσεις του στην τηλεόραση έκανε λόγο για αστυνομικές «πρακτικές Γκεστάπο.» Έτσι, το Δημοκρατικό Κόμμα μπήκε σε περιπέτειες και οι Ρεπουμπλικάνοι θα κυριαρχούσαν τα επόμενα 40 χρόνια με τις θλιβερές εξαιρέσεις των Κάρτερ και Κλίντον. Μια αξιοσημείωτη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων έγινε το 1972 όταν το Δημοκρατικό Κόμμα μετά από πρόταση του προοδευτικού Τζωρτζ ΜακΓκόβερν διευρύνθηκε ο ρόλος των πολιτειών στις προκριματικές εκλογές και ανοίχτηκαν σε ολοένα και μεγαλύτερους κύκλους συμμετεχόντων στη διαδικασία. Ακολούθησε θέλοντας και μη το Ρεπουμπλικανικό. Το αποτέλεσμα της διεύρυνσης αυτής το είδαμε στις φετινές προκριματικές εκλογές, ειδικά στο Δημοκρατικό Κόμμα που πήρε τη μορφή δημοψηφίσματος ανάμεσα στον Μπάρακ Ομπάμα και τη Χίλλαρι Κλίντον και στις οποίες συμμετείχε ο υψηλότερος αριθμός πολιτών από ποτέ, με στόχο την νίκη του Ομπάμα και την θεωρούμενη ως εύκολη επικράτησή του επί των Ρεπουμπλικανών. Μιας νεότερη γενιά πολιτών, που βλέπει τον κόσμο και την κοινωνία των ΗΠΑ να χειροτερεύει εξαιτίας των Ρεπουμπλικάνων και του Μπους και που βλέπει μπροστά της ανεργία, φτώχεια και πολέμους, αποφάσισε να πει το δικό της Ya Basta και μέσω των Προεδρικών Εκλογών ψηφίζοντας τον Ομπάμα. Όμως, η ιστορία μίλησε διαφορετικά. Η ολοένα και εντεινόμενη οικονομική κρίση, η ατολμία του Ομπάμα να έρθει σε πλήρη ρήξη με τα πανίσχυρα επιχειρηματικά, στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα της αστικής τάξης (βλ. νόμος για την υγεία, συνέχιση της πολεμικής εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν και της «τρομοκρατία», ο συνεχής εκβιασμός της δεξιάς πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, κ.ά) είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί αρκετά μεγάλη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2010

 

ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
           

 

 

 

 

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

 

Guardian: «Πέντε σκέψεις για τη βομβιστική επίθεση στη Βοστώνη»

 

 

 
Μπορεί ο πρώτος ύποπτος για τη βομβιστική επίθεση της Βοστώνης να σκοτώθηκε μετά από ανταλλαγή πυρών με τους αστυνομικούς και ο δεύτερος να συνελήφθη βαριά τραυματισμένος  μετά από ανελέητο ανθρωποκυνηγητό σχεδόν τεσσάρων ημερών, όπως όμως επισημαίνει ο Τζόναθαν Φρίντλαντ σε σχόλιό του στη βρετανική  εφημερίδα «Guardian», η εικόνα παραμένει αρκετά θολή και πέντε σκέψεις φαίνονται να αναδύονται με κάποια βεβαιότητα.

Τα όρια μεταξύ ξένης και εγχώριας τρομοκρατίας έχουν γίνει δυσδιάκριτα

«Το ερώτημα που κυριάρχησε μετά τις βομβιστικές επιθέσεις και τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των υπόπτων ήταν αν επρόκειτο για έναν από εμάς ή κάποιον εκτός αμερικανικής κοινωνίας. Οι ΗΠΑ και κυρίως τα ΜΜΕ της πήραν ένα σκληρό μάθημα μετά τη βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα - πριν από ακριβώς 18 χρόνια- όταν τόσοι πολλοί είχαν σπεύσει να υποθέσουν ότι μόνο ένας μουσουλμάνος μετανάστης θα μπορούσε να έχει υποβάλει την Αμερική σε τόσο πόνο. Το σοκ ήταν πολύ βαθύ όταν αποκαλύφθηκε ότι ο ένοχος, ο Τίμοθι Μαβέι ήταν ένα λευκός, βετεράνος του κόλπου και ρατσιστής υπέρ της λευκής φυλής.  Μετά από αυτό, οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι υπήρχε και εγχώρια τρομοκρατία, πυροδοτημένη από ένα παρανοϊκό μίσος για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.  Όμως με τους αδερφούς Τσαρνάεφ, θόλωσε η γραμμή που χωρίζει την εγχώρια και την ξένη τρομοκρατία. Διότι εκείνοι δεν γεννήθηκαν στις ΗΠΑ, όπως ο Μακβέι, δεν ήταν όμως και ξένοι όπως οι αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου. Αντιθέτως ήταν νεόφερτοι στις ΗΠΑ, φέρονται να είχαν φτάσει εκεί ως παιδιά.»

Πλήγμα στο αμερικανικό ιδεώδες η επίθεση στη Βοστώνη

«Όταν τέσσερα άτομα γεννημένα στη Βρετανία, προκάλεσαν πολύνεκρη βομβιστικής επίθεση στο μετρό του Λονδίνου, προκάλεσαν μεγάλα ερωτηματικά για την ταυτότητα της χώρας. Πώς μπόρεσαν αυτοί που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε μια χώρα να δείξουν τόσο ελάχιστη συμπάθεια για τους συμπολίτες τους;  Η Αμερική έμοιαζε αρκετά καλό μοντέλο στη δημιουργία δεσμών μεταξύ ετερογενών στοιχείων. Τόσο το πολιτισμικό χωνευτήρι όσο και το αμερικάνικο όνειρο αποτελούν κλισέ, όμως η ιδέα ότι ένας μετανάστης με ταλέντο και ενέργεια μπορεί να γίνει πραγματικά Αμερικανός, να ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία και ακόμη και να φτάσει ως την κορυφή αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της εικόνας που έχει η χώρα για τον εαυτό της.   Οι αδερφοί Τσαρνάεφ αποτελούν για τον πυρήνα αυτής της αίσθησης  ταυτότητας. Φαίνονταν να διαγράφουν την κλασική διαδρομή ενός μετανάστη στις ΗΠΑ: ο μικρός αδερφός ήταν ένας δημοφιλής, επιτυχημένος νέος, αθλητικός αστέρας και φοιτητής της Ιατρικής σχολής. Όμως ο μεγάλος αδερφός, ανερχόμενο αστέρι στην πυγμαχία, κάποτε είχε πει πως δεν έχει ούτε έναν αμερικανό φίλο και ότι δεν καταλαβαίνει τους Αμερικανούς. Η συνειδητοποίηση ότι η  χώρα απέτυχε να ασκήσει την γνωστή της γοητεία στους δύο μετανάστες και να τους μετατρέψει σε νομοταγείς πολίτες πρόκειται να ταρακουνήσει για τα καλά τις ΗΠΑ.»

Πιθανό πολιτικό πλήγμα ενόψει της μεταρρύθμισης του προέδρου Ομπάμα για το μεταναστευτικό

«Κάθε λογικός άνθρωπος θα πει ότι εκατομμύρια μετανάστες δεν είναι δυνατό να κρίνονται από τις κακές πράξεις δύο ατόμων. Όμως η πολιτική δεν είναι πάντα πεδίο λογικής και ο Μπαράκ Ομπάμα θα πρέπει να δουλέψει σκληρά για ν αντισταθεί στο επιχείρημα ότι μετά τη βομβιστική επίθεση στη Βοστώνη οι ΗΠΑ θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρότερα κριτήρια όταν πρόκειται να παρέχουν υπηκοότητα. Οι Ρεπουμπλικάνοι, οι οποίοι μετά την ήττα του 2012 στις προεδρικές εκλογές εμφανίζονταν κάπως πιο διαλλακτικοί σε θέματα μετανάστευσης είναι πιθανό να ξανακλείσουν την πόρτα.»

Tο Twitter στην υπηρεσία των Αρχών

«Αμέσως μόλις δημοσιοποιήθηκαν τα ονόματα των δύο υπόπτων, τεράστια πλήθη ξεχύθηκαν σε αναζήτηση πληροφοριών. Άμεσα το Twitter άρχισε να βουίζει με λεπτομέρειες για αυτό φέρεται να ήταν ο λογαριασμός στο YouTube  του μεγαλύτερου από τους δύο αδερφούς - συμπεριλαμβανομένης μιας λίστας με τραγούδια αφιερωμένα στην «τρομοκρατία» και την λίστα με όσα θα ήθελε να αποκτήσει ο μικρότερος από το Amazon. Ίσως αυτό το είδος συλλογικής, κοινοτικής αστυνόμευσης να είναι επιστροφή στις ημέρες που υπήρχαν σερίφηδες, όμως είναι άβολο, ειδικά για τις Αρχές. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να προτρέψουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να στρέψουν αλλού το βλέμμα τους και να ζητήσουν από το κοινό να μην δημοσιοποιεί λεπτομέρειες ή επιχειρήσεις στις οποίες ήταν μάρτυρες ή είχαν βρει στο Διαδίκτυο για να μην τρέφουν με πληροφορίες τον ασύλληπτο ακόμη ύποπτο. Κάτι τέτοιο είναι καινοφανές.»

Τα καθιερωμένα ΜΜΕ τα βρήκαν «δύσκολα»

Την Τετάρτη το CNN ανακοίνωσε μια σύλληψη την ώρα που δεν συμβεί, ενώ η εφημερίδα New York Post της Πέμπτης εμφάνισε τις φωτογραφίες δύο αθώων πολιτών στο πρωτοσέλιδό της, υπαινισσόμενη ότι ήταν ύποπτοι. Τα ΜΜΕ συνεχίζουν να θέλουν να βγαίνουν μπροστά, αυτό όμως συχνά αποδεικνύεται λανθασμένο.

 

 

 

short selling

 

 

Η πρακτική της ανοιχτής πώλησης (short selling, σορτ σέλινγκ, γνωστή και ως shorting ή going short ή ακάλυπτη πώληση ή σόρτινγκ ή πάω για την πτώση ή ποντάρισμα στην πτώση) στη χρηματοοικονομική είναι η πώληση περιουσιακών στοιχείων, συνήθως χρεογράφων, τα οποία ο πωλητής-short έχει «δανειστεί» από τρίτον (συνήθως χρηματιστηριακό μεσάζοντα), με την πρόθεση να αγοράσει πανομοιότυπα χρεόγραφα αργότερα για να τα επιστρέψει στον δανειστή. Ο πωλητής short ελπίζει να επωφεληθεί από μια πιθανή πτώση της τιμής των χρεογράφων στο χρονικό διάστημα μεταξύ της πώλησης και επαναγοράς, αφού ο πωλητής θα πληρώσει λιγότερα για να αγοράσει τα χρεόγραφα από όσα έλαβε όταν τα πούλησε. Αντιστρόφως αν η τιμή των χρεογράφων αυξηθεί τότε ο πωλητής short θα έχει ζημιωθεί. Καλείται και ακάλυπτη πώληση διότι ο πωλητής-short πουλάει στοιχεία των οποίων δεν έχει την κατοχή (δεν τα'χει αγοράσει) τη στιγμή που τα πουλάει. Αποκτά την κατοχή τους μόνο αργότερα, τη στιγμή που τα επαναγοράζει. Επίσης, αφότου ο πωλητής-short πουλήσει τα δανεισμένα χρεόγραφα βρίσκεται σε «ακάλυπτη» ή ανοιχτή θέση την οποία θα πρέπει να καλύψει αγοράζοντας, όταν ο δανειστής ζητήσει να τα λάβει πίσω. Ο όρος του «δανεισμού» χρεογράφων χρησιμοποιείται εδώ κατά την ίδια έννοια όπως όταν κάποιος δανείζεται 10 ευρώ, τα οποία μετά οφείλει να επιστρέψει.

 

 

 

Brian Williams  

Vera Wang

Diane Sawyer

John King

BuzzFeed

Reddit

 

Secretary of Homeland Security = Yπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας

ΜΚΔ= Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

ΤΤΑ = Τράπεζα της Αμερικής

 

 

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
         

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

«IRAN-GATE»: Το μεγαλύτερο σκάνδαλο του Λευκού Οίκου



«ΚΟΚΑ, ΠΟΥΡΑ ΚΑΙ ΤΡΕΛΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ...»


(μια ιστορία μυστηρίου, ίντριγκας, και μιας απίστευτης φυλάκισης...) 

Τί κοινό έχουν ένας σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, ένας πύραυλος και ένα κιλό κοκαϊνης; Και τα τρία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να πληγεί και να καταρρεύσει ένα λαϊκό-απελευθερωτικό κίνημα. Αυτό, τουλάχιστον, συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, στην εξωτική Νικαράγουα της  Λατινικής Αμερικής. Θύμα: η επαναστατική κυβέρνηση των Σαντινίστας, μέσω της υποστήριξης και χρηματοδότησης των αντιπάλων  Κόντρας. Θύτες: ορισμένα ανώτερα στελέχη της  διοίκησης Ρήγκαν, το FBI, η CIA, ένας δαιμόνιος Ιρανός έμπορος όπλων, κάποια στελέχη της κυβέρνησης του Ισραήλ και η Λιβανέζικη Χεζμπολάχ. Ανάμεσά σε όλους αυτούς, εκτός από πυρετώδεις διαβουλεύσεις και αμοιβαία καχυποψία, βρίσκονταν 30 όμηροι και 300 εκατ. δολάρια. Ας επιχειρήσουμε να ξεμπλέξουμε το κουβάρι...
 

Οι Σαντινίστας στην εξουσία! 

Το 1956, ο Αναστάσιος Σομόζα, ένας από τους σκληρότερους δικτάτορες της Λατινικής Αμερικής, δολοφονείται. Ωστόσο, η χούντα που ο ίδιος  είχε επιβάλει στη Νικαράγουα από το 1937, δεν κλονίζεται. Τα ανώτερα στελέχη του καθεστώτος ορίζουν το γιο του, Αναστάσιο Σομόζα τον ΙΙ, ως διάδοχό του και απόλυτο ηγέτη του καθεστώτος. Οι προσπάθειες του λαού για ανατροπή του καθεστώτος παραμένουν ασυντόνιστες και αναιμικές, καταδικασμένες εκ των προτέρων σε αποτυχία, μέχρι το 1962, όταν  οργανώνεται  το «Μέτωπο των Σαντινίστας για την Ελευθερία του Έθνους», ένα μεγάλο λαϊκό-απελευθερωτικό κίνημα εναντίον της δικτατορίας. Το όνομά του αποτελούσε φόρο τιμής στον Σίζαρ Αουγκούστο Σαντίνο, εθνικό ήρωα της Νικαράγουας, που διακρίθηκε στα 1927 με 1933, όταν η χώρα του αντιστεκόταν με σθένος στον αμερικανικό επεκτατισμό.

Οι Σαντινίστας δραστηριοποιούνται αρχικά στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Στη συνέχεια, οργανώνουν επιδρομές εναντίον κυβερνητικών στόχων εξορμώντας από τις γειτονικές Ονδούρα και Κόστα Ρίκα. Η γενικευμένη επανάσταση εναντίον του Σομόζα ξεσπά στις 2 Σεπτεμβρίου του 1978. Με 5.000 αντάρτες-μαχητές και επικεφαλής τον Ντανιέλ Ορτέγκα, οι Σαντινίστας εξουδετερώνουν την εθνική φρουρά του Σομόζα, ο οποίος επιχειρεί να διαφύγει στο εξωτερικό. Τόν συλλαμβάνουν και τόν σκοτώνουν.  Η χούντα σχεδόν αμέσως πέφτει, και οι επαναστάτες καταλαμβάνουν την εξουσία στα 1979, εγκαθιστώντας τη δημοκρατία στη Νικαράγουα. Το 1984, ύστερα από 5 χρόνια ομαλούς πολιτικής μετάβασης και φιλολαϊκής διακυβέρνησης, ο Ορτέγκα κερδίζει τις εκλογές και επιχειρεί να κατευθύνει τη χώρα του προς ένα καλύτερο μέλλον.. 
  
Η Αμερική του Ρόναλντ Ρήγκαν παρακολουθεί τις εξελίξεις ανήσυχη. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Η έχθρα μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ εκφράζεται σε κάθε ευκαιρία, και ουκ ολίγες φορές η παγκόσμια ειρήνη μοιάζει να απειλείται από συνεχείς «αιτίες ανάφλεξης» μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα ανήκουν στο κομμουνιστικό μπλοκ, όχι με το σοβιετικό αλλά με το… λατινοαμερικάνικο τρόπο. Η ιδεολογία τους είναι υπέρ της λαϊκής εξουσίας και εθνικής ανεξαρτησίας. Στην πραγματικότητα, είναι περισσότερο «γκεβαριστές», κατά το παράδειγμα της Κούβας και την εκτεταμένη δράση του «Τσε» στη Λατινική Αμερική. Έχουν πρόσφατα ανατρέψει ένα σκληρό δικτατορικό καθεστώς και μία μακρά παράδοση αντι-αμερικανισμού διαποτίζει την κουλτούρα τους. Οι Αμερικανοί αποφασίζουν να αναλάβουν δράση όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
 

Λευκός Οίκος: Ώρα για δράση…

Αιχμή του αμερικανικού παρεμβατισμού στη Νικαράγουα είναι οι αντεπαναστάτες αντάρτες Κόντρας, που αποτελούν κατάλοιπο της χούντας, και με βάση την ορολογία του Πενταγώνου αποκαλούνται «ομάδες αντίστασης». Ο Λευκός Οίκος αποφασίζει να χρηματοδοτήσει τη δράση των Κόντρας και να τούς ενισχύσει με κάθε δυνατό μέσο, ώστε να ανατρέψουν την κυβέρνηση των Σαντινίστας. Τα χρήματα που απαιτούνται βρίσκονται με δύο τρόπους: με την πώληση όπλων στο «τρομοκρατικό» Ιράν, και με την αγορά κοκαϊνης από τους Κόντρας.  


Στις 16 Μαρτίου του 1986, η «San Francisco Examiner» δημοσίευσε μία αναφορά σχετικά με την κατάσχεση 200 κιλών κοκαϊνης σε ένα φορτηγό με σημαία Κολομβίας στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, το 1983. Ο Κάρλος Καμπέθας, που είχε κατηγορηθεί ως ο εγκέφαλος ενός μεγάλου δικτύου διακίνησης κοκαϊνης, είχε αναφέρει στην απολογία του: «Τα κέρδη δεν ήταν δικά μου.. Ήταν για τον αγώνα των Κόντρας.. Ήθελα μόνο να φύγουν οι κομμουνιστές από τη χώρα μου».  Ένας άλλος κατηγορούμενος, ο Χούλιο Ζαβάλα, είπε: «Παρέδωσα 500.000 δολάρια σε δύο ομάδες των Κόντρας που είχαν ως έδρα τους την Κόστα Ρίκα, και τα πιο πολλά από αυτά τα χρήματα προέρχονταν από το εμπόριο κοκαϊνης στο Σαν Φρανσίσκο, το Μαϊάμι και τη Νέα Ορλεάνη» Στα 1984, Αμερικανοί αξιωματούχοι αρχίζουν να λαμβάνουν αναφορές σχετικά με τη διασύνδεση του εμπορίου κοκαϊνης και τους Κόντρας, που αξιολογούνται ως «αξιόπιστες».

Ο πρώην αναπληρωτής Υπουργός Υγείας του Παναμά, Ούγκο Σπαδαφόρα, ο οποίος είχε πολεμήσει στο πλευρό των Κόντρας, φωτογράφησε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης του Παναμά ως έχον ενεργό ρόλο σε μία τέτοιας φύσης επιχείρηση. Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε δολοφονημένος. Το 1985, ένα ηγετικό στέλεχος των Κόντρας είπε στις αμερικανικές αρχές: «Η ομάδα μου έπαιρνε κάθε φορά 50.000 δολάρια από Κολομβιανούς εμπόρους για να διευκολυνθεί ένα φορτίο 100 κιλών κοκαϊνης, και μάς έλεγαν πως ό, τι χρήματα κερδίζαμε προορίζονταν για την αγώνα μας ενάντια στην κυβέρνηση της Νικαράγουας»... 

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1985 έρχεται στο φως ένα άρθρο του Associated Press, που προέκυψε έπειτα από μία μεγάλη έρευνα που περιελάμβανε συνεντεύξεις με στελέχη του «Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών» (D.E.A), του υπουργείου Δημόσιας Τάξης της Κόστα Ρίκα, του F.B.I., καθώς και ανταρτών και Αμερικανών που δούλεψαν μαζί τους. Η έκθεση ανέφερε μεταξύ άλλων: «Πέντε Αμερικανοί υποστηρικτές των Κόντρας, επιβεβαίωσαν πλήρως τις κατηγορίες, σημειώνοντας πως «δύο Κουβανο-αμερικανοί χρησιμοποίησαν ένοπλες ομάδες ανταρτών για να οδηγήσουν με ασφάλεια κοκαϊνη σε μυστικούς διαδρόμους προσγείωσης στη βόρεια Κόστα Ρίκα». Οι συγκεκριμένοι Κουβανο-αμερικανοί αναγνωρίστηκαν ως μέλη της «Ταξιαρχίας 2506», ενός κινήματος κατά του Κάστρο στην Κούβα, που συμμετείχε μάλιστα στην επίθεση στον Κόλπο των Χοίρων, το 1961. Ένας από τους Αμερικανούς περιέγραψε μάλιστα πώς γινόταν κάθε φορά η επιχείρηση: «Η κοκαϊνη ξεφορτωνόταν από αεροπλάνα σε μια προστατευμένη από αντάρτες περιοχή και μεταφερόταν σε κάποιο λιμάνι του Ατλαντικού, από όπου μικρά γαριδάδικα την μετέφεραν στο Μαϊάμι...». 

Ένας πρώην πράκτορας της ΣΙΑ, ο Ντέιβιντ ΜακΜάικλ, εξήγησε την αναπότρεπτη σχέση ανάμεσα στη δράση της CIA στην Λατινική Αμερική και το εμπόριο ναρκωτικών: «Από τη στιγμή που ξεκινάς μια μυστική επιχείρηση για να προμηθεύσεις όπλα και χρήματα, είναι πολύ δύσκολο να ελέγξεις το είδος των ανθρώπων που θα θελήσουν να  εμπλακούν σε άλλου είδους εμπόριο, και συγκεκριμένα στα ναρκωτικά. Είναι ένα μικρό δίκτυο από αεροπλάνα, πιλότους και διαδρόμους προσγείωσης.. Αναπτύσσοντας ένα σύστημα ενίσχυσης των Κόντρας, οι Η.Π.Α. τελικά έχτιζαν έναν ασφαλή δρόμο για την είσοδο των ναρκωτικών στη χώρα τους». Ήταν, ωστόσο, όλο αυτό ένα ατύχημα, μία αβλεψία, όπως την περιγράφει ο πρώην μυστικός πράκτορας; Τα στοιχεία δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο.


Οσμή σκανδάλου στις ΗΠΑ… 

Στις 17 Απριλίου του 1986 η κυβέρνηση Ρήγκαν έδωσε στη δημοσιότητα μια σύντομη αλλά γεμάτη νόημα αναφορά, παραδεχόμενη πως υπήρχαν σχέσεις ανάμεσα στους Κόντρας και την κοκαϊνη την περίοδο 1984-1985, με το επιχείρημα πως  εκείνο το χρονικό διάστημα οι οικονομικές ανάγκες των Κόντρας ήταν πολύ μεγάλες, και η αμερικανική βοήθεια είχε αναγκαστικά σταματήσει λόγω της περίφημης «Τροπολογίας Boland». «Υπάρχουν στοιχεία για έναν περιορισμένο αριθμό περιστατικών στα οποία γνωστοί έμποροι ναρκωτικών επεχείρησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με αντιστασιακές ομάδες  στη Νικαράγουα», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Η αναφορά προσπαθούσε να υποβαθμίσει το εύρος της επιχείρησης, καθώς και το ρόλο των αρχηγών των Κόντρας, για τους οποίους υποστήριζε πως τίποτε δεν γινόταν εν γνώσει τους…


Στις 3 Νοεμβρίου του 1986 το λιβανέζικο περιοδικό Αλ-Σιράα φέρνει στο φως μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία: ένα αεροπλάνο που μετέφερε όπλα είχε καταρριφθεί ενώ πετούσε πάνω από τη Νικαράγουα. Ο πιλότος του, Eugene Hasenfus,  συνελήφθη από τις αρχές και παραδέχθηκε σε συνέντευξη τύπου πως δύο από τους συνεργάτες του, ο Μαξ Γκόμεζ και ο Ραμόν Μεντίνα, εργάζονταν για τη CIA. Το περιοδικό βασιζόμενο στις κρίσιμες πληροφορίες που είχε αποκομίσει από το ριζοσπάστη Ιρανό Μεχντί Χασέμι, εμφανίζει με λεπτομέρειες το σχεδιασμό μιας επιχείρησης, κατά την οποία οι Η.Π.Α. πουλούσαν βαρύ οπλισμό στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων και τη χρηματοδότηση των Κόντρας στη Νικαράγουα, αφού βάσει της «Τροπολογίας Μπόλαντ» που υπογράφτηκε από τον πρόεδρο Ρήγκαν στις 21 Δεκεμβρίου του 1982, δεν επιτρεπόταν η άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ και η παροχή βοήθειας στους Κόντρας, ώστε να ανατραπεί η κυβέρνηση μίας ξένης χώρας.   
 
Στα τέλη του 1970, η Μέση Ανατολή είχε γίνει το θέατρο αρκετών περιστατικών με απαγωγές ατόμων δυτικής καταγωγής από ισλαμιστικές οργανώσεις. Το 1979, Ιρανοί φοιτητές απάγουν και κρατούν ομήρους 52 υπαλλήλους της αμερικανικής πρεσβείας στο Ιράν. Στις 20 Ιανουαρίου 1981, την ημέρα της ανάληψης της προεδρίας των ΗΠΑ από το Ρόναλντ Ρήγκαν, οι όμηροι αφήνονται ελεύθεροι, ως ένδειξη καλής θέλησης απέναντι στο νέο πρόεδρο, βάσει του «Συμφώνου της Αλγερίας». Ωστόσο, η σύλληψη ορισμένων μελών της Αλ-Ντάουα, ενός εξόριστου ιρακινού πολιτικού σχηματισμού που είχε χαρακτηρισθεί ως στρατιωτική οργάνωση μετά από τη συμμετοχή της σε βομβιστικές επιθέσεις στο Κουβέιτ το 1983, πυροδότησε εκ νέου την ένταση. Η λιβανέζικη Χεζμπολάχ, φίλα προσκείμενη στην Αλ-Ντάουα,  ως αντίποινα απήγαγε συνολικά 30 ανθρώπους, επτά εκ των οποίων Αμερικανοί. Οι Αμερικανοί βάζουν μπροστά ένα σχέδιο το οποίο στην πορεία αλλάζει, μέχρι τελικά να εμπλακούν πολλοί, και η ιστορία να  βγει στο φως της δημοσιότητας, αναγκάζοντας τον πρόεδρο Ρήγκαν σε δημόσια απολογία...

Αρχικά, η ιδέα συνίστατο στην πώληση οπλισμού, μέσω του Ισραήλ, σε μετριοπαθείς δυνάμεις του Ιράν, ώστε να βελτιωθούν οι ταραγμένες αμερικανο-ϊρανικές σχέσεις. Αυτό, τουλάχιστον, υποστήριξε ο Λευκός Οίκος, και δεν ακούγεται ιδιαίτερα πειστικό, εάν δεχθούμε πως οι ΗΠΑ είχαν επισήμως χαρακτηρίσει το Ιράν ως «χώρα τρομοκρατών».
 

«Πύραυλοι αντί ομήρων»…

Το 1985, κι ενώ ο Ρόναλντ Ρήγκαν βρισκόταν στο νοσοκομείο αναρρώνοντας μετά από μία σοβαρή εγχείρηση, ο τότε Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Ρόμπερτ ΜακΦάρλεϊν, τόν επισκέφθηκε και τον ενημέρωσε πως αντιπρόσωποι από το Ισραήλ είχαν δώσει στην υπηρεσία αξιόπιστες πληροφορίες για μία «σέχτα» μετριοπαθών Ιρανών, με πολιτική επιρροή, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα δίαυλο επικοινωνίας με τις ΗΠΑ, και, μάλιστα, υποστήριζαν πως ήταν σε θέση να πείσουν τους τρομοκράτες της Χεζμπολάχ να απελευθερώσουν τους επτά Αμερικανούς ομήρους. Ο Ρήγκαν επέτρεψε στο ΜακΦάρλεϊν να συναντήσει τους Ισραηλινούς διαμεσολαβητές και να επενδύσει σε αυτή τη σχέση.

Το Ισραήλ ζήτησε την άδεια να πουλήσει έναν περιορισμένο αριθμό οπλισμού στους Ιρανούς, ώστε να αποδείξει πως πράγματι διατηρούσε υψηλές διασυνδέσεις με τους Αμερικανούς. Τον Ιούλιο του 1985 το Ισραήλ έστειλε αμερικανικής κατασκευής αντι-αρματικούς πυραύλους στο Ιράν, διαμέσου ενός εμπόρου όπλων ονόματι Μανουχέρ Γκορμπανιφάρ. Λίγες ώρες αργότερα ένας εκ των ομήρων, ο αιδεσιμώτατος Μπέντζαμιν Γουάιρ, αφέθηκε ελεύθερος. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1985, ένα αεροσκάφος με περίπου 250 Αμερικανούς στρατιωτικούς πέφτει στο Newfoundland. Εκείνη την ημέρα, την ευθύνη ανέλαβε η «Ισλαμική Τζιχάντ», ένα παρακλάδι της Χεζμπολάχ. Το συμβάν διερευνήθηκε ενδελεχώς από την Καναδική Επιτροπή Ασφάλειας Πτήσεων, και σύμφωνα με το τελικό πόρισμα, το αεροσκάφος έχασε ύψος και έπεσε λόγω αδικαιόλογητης υπερφόρτωσης και μειωμένης δυνατότητας ανύψωσης, και όχι λόγω κάποιας εχθρικής ενέργειας ή παρεμβολής(!)…    

Γεγονός είναι πως αυτό το περιστατικό, σε συνδυασμό με μία κακοσχεδιασμένη παράδοση πυραύλων Hawk –οι Αμερικανοί την αποκαλούν «άγαρμπη»- και μια αποτυχημένη συνάντηση του ΜακΦάρλεϊν με τον Γκορμπανιφάρ στο Λονδίνο,   επέφερε νέες ισορροπίες στις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών, και οδήγησε στην αλλαγή του πλάνου. Βλέποντας πως δεν μπορεί να φέρει σε πέρας την αποστολή του και πως η κατάσταση περιπλέκεται, ο ΜακΦάρλεϊν παραιτείται στις 5 Δεκεμβρίου του 1985, δηλώνοντας πως «επιθυμεί να περνά περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του». Αντικαθίσταται από τον ναύαρχο John Poindexter. Δύο μέρες αργότερα, ο Ρήγκαν συναντάται με τους συμβούλους του στο Λευκό Οίκο και αποφασίζεται η τροποποίηση του σχεδίου, ως προς τον τρόπο παράδοσης του οπλισμού: αντί να παραδίδονται τα όπλα στους μετριοπαθείς Ιρανούς πολιτικούς, αποφασίστηκε να παραδίδονται απευθείας σε Ιρανούς οπλαρχηγούς. Καθώς τα όπλα θα παραδίδονταν αεροπορικώς από το Ισραήλ, την ίδια ακριβώς στιγμή θα απελευθερώνονταν όμηροι από τη Χεζμπολάχ. Κατόπιν, το Ισραήλ θα έδινε τα ιρανικά χρήματα στις ΗΠΑ.

Το σχέδιο έτυχε της τελικής έγκρισης του Ρήγκαν, ο οποίος αργότερα θα δήλωνε σε υψηλούς τόνους: «Δεν ανταλλάσσαμε όπλα με ομήρους, ούτε διαπραγματευόμασταν ποτέ με τρομοκράτες». Οι Αμερικανοί προσπάθησαν με νέα συνάντηση στο Λονδίνο να πείσουν τους Ιρανούς – μέσω της επιρροής του Γκορμπανιφάρ – να συμφωνήσουν στην απελευθέρωση κάποιου ομήρου πριν από την παράδοση των όπλων. Ο Γκορμπανιφάρ απέρριψε χωρίς συζήτηση την πρόταση αυτή. Την ημέρα της παραίτησης του ΜακΦάρλεϊν, ένας στρατιωτικός ακόλουθος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, ο Όλιβερ Νορθ, πρότεινε ένα διαφορετικό σχέδιο για την πώληση των όπλων στο Ιράν, με δύο βασικούς άξονες: να βγει από τη μέση το Ισραήλ και η πώληση να γίνει απευθείας, και ένα μέρος από τα έσοδα –που θα ήταν μεγαλύτερα χωρίς την ισραηλινή αμοιβή- να διοχετευθεί στον αντικομμουνιστικό αγώνα των Κόντρας στη Νικαράγουα. Ο Νορθ πρότεινε μία αύξηση της τελικής τιμής των όπλων, ύψους 15 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ο Γκορμπανιφάρ αύξησε κατά 41% τη δική του αμοιβή.
 
Το σχέδιο εγκρίθηκε από τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, και ο Τζων Ποϊντέξτερ αποφάσισε να το θέσει σε λειτουργία, δίχως να ενημερώσει τον πρόεδρο Ρήγκαν. Οι Ιρανοί, αν και αρχικά αρνήθηκαν να αγοράσουν τα όπλα σε υψηλότερη τιμή, βλέποντας πως δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, υποχώρησαν και δέχθηκαν τη συμφωνία. Σύμφωνα με τους New York Times, συνολικά οι Η.Π.Α. εφοδίασαν το Ιράν, από τον Αύγουστο του 1985 μέχρι τον Οκτώβριο του 1986, με παραπάνω από 2.500 αντιαρματικούς πυραύλους TOW και πάνω από 300 αντιαεροπορικούς πυραύλους Hawk. 

Στα τέλη Ιουλίου του 1986, η Χεζμπολάχ απελευθερώνει έναν ακόμη όμηρο, τον ιερέα Lawrence Martin Jenco, πρώην επικεφαλής της Καθολικής Ανθρωπιστικής Βοήθειας στον Λίβανο. Λίγο αργότερα, απελευθερώνεται και ο David Jacobsen. Οι απαγωγείς υποσχέθηκαν να απελευθερώσουν σταδιακά και τους δύο ομήρους που απέμεναν, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ... 

Όπως προαναφέραμε, στις 3 Νοεμβρίου του 1986, ήταν το λιβανέζικο περιοδικό Αλ-Σιράα που έφερε στο φως της δημοσιότητας τις μυστικές συμφωνίες και αγοραπωλησίες που παρέμεναν έως τότε στο σκοτάδι και τις γνώριζαν μονάχα οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Το πιθανότερο είναι κάποιος να θέλησε να αποκαλύψει την επιχείρηση για λόγους εκδίκησης, επειδή θεώρησε πως προσπάθησαν να τόν αφήσουν έξω από τη δουλειά ή τόν έριξαν στη συμφωνία. Πάντως, ο Μεχντί Χασέμι εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που «διέρρευσε» την ιστορία στο περιοδικό, και εκτελέστηκε το 1987 -  υποτίθεται για άλλες έκνομες ενέργειες, που δεν είχαν σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση.
 

Ο Ρήγκαν και οι άνθρωποί του στον τοίχο…

Δέκα ημέρες μετά τη δημοσίευση, στις 13 Νοεμβρίου, ο Ρόναλντ Ρήγκαν προέβη στην εξής δήλωση, στη δημόσια τηλεόραση, από το Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου: «Σκοπός μου ήταν να στείλω το μήνυμα πως οι ΗΠΑ ήθελαν μια νέα σχέση με το Ιράν, στη θέση της παλιάς μας έχθρας. Μόλις πήραμε την πρωτοβουλία, ξεκαθαρίσαμε πως το Ιράν θα πρέπει να εναντιωθεί σε κάθε μορφή διεθνούς τρομοκρατίας, σαν ένδειξη προόδου στις σχέσεις μας. Το σημαντικότερο ήταν να χρησιμοποιήσει την επιρροή του ώστε να πείσει τους Λιβανέζους να εγγυηθούν για την ασφαλή απελευθέρωση των Αμερικανών ομήρων...».  

    
Το σκάνδαλο, ωστόσο, έλαβε μεγαλύτερη διάσταση όταν αποκαλύφθηκε πως ο  Όλιβερ Νορθ κατέστρεψε ή απέκρυψε κρίσιμα έγγραφα στο διάστημα ανάμεσα στις 21 και 25 Νοεμβρίου του 1986. Κατά τη δίκη του Νορθ, το 1989, η γραμματέας του, Φόαν Χολ, κατέθεσε με κάθε λεπτομέρεια για το πώς τόν βοήθησε να αλλοιώσει, να καταστρέψει και να απομακρύνει επίσημα έγγραφα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ από το Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με του Νιους Γιορκ Τάιμς, αρκετά έγγραφα πέρασαν από ειδικό κυβερνητικό μηχάνημα για να πολτοποιηθούν.
 
Η εξήγηση που έδωσε ο Νορθ ήταν πως έπρεπε να προστατεύσει τη ζωή των ατόμων που είχαν εμπλακεί στις υποθέσεις με το Ιράν και τους Κόντρας. Κατέθεσε ακόμη πως ο ίδιος είδε τον Ποϊντέξτερ να καταστρέφει το μοναδικό έγγραφο που έφερε την υπογραφή του Ρόνολντ Ρέηγκαν και με το οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ έδινε εμμέσως την έγκρισή του για τη συμμετοχή της CIA στην αποστολή πυραύλων στο Ιράν, το Νοέμβριο του 1985. Ο Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Edwin Meese, παραδέχθηκε στις 25 Νοεμβρίου πως μεγάλο μέρος των κερδών από την πώληση των όπλων διετίθεντο για την υποστήριξη των Κόντρας στη Νικαράγουα. Την ίδια μέρα ο Τζων Ποιντέξτερ παραιτείται, ενώ ο Όλιβερ Νορθ απομακρύνεται από τον ίδιο τον Ρήγκαν. Στις 25 Νοεμβρίου του 1986, ο Πρόεδρος Ρήγκαν ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός ειδικού οργάνου με σκοπό την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, και απευθύνθηκε μεταξύ άλλων στον πρώην γερουσιαστή Τζον Τάουερ.
 
Η «Επιτροπή Τάουερ», όπως ονομάστηκε, είχε ως αποστολή να ερευνήσει όλες τις συνθήκες υπό τις οποίες οργανώθηκε και εκτελέστηκε η επιχείρηση Ιράν-Κόντρας, καθώς και όλα τα σκοτεινά σημεία στη λειτουργία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, και τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο είχε διαχρονικά υπηρετήσει  οκτώ διαφορετικούς προέδρους από τη σύστασή του, στα 1947. Το τελικό προϊόν της έρευνας δημοσιεύτηκε και απεστάλη στο Λευκό Οίκο στις 26 Φεβρουαρίου του 1987, αφού είχαν εξεταστεί 80 μάρτυρες για την υπόθεση, περιλαμβανομένου του Προέδρου Ρόναλντ Ρήγκαν, αλλά και του μεσολαβητή για τις πωλήσεις των όπλων, Μανουχέρ Γκορμπανιφάρ.

Το πόρισμα, έκτασης 200 σελίδων, ήταν το πιο διαφωτιστικό από όσα είχαν δει ως τότε το φως της δημοσιότητας. Ασκούσε ευθεία κριτική στις ενέργειες του Όλιβερ Νορθ, του Τζων Ποιντέξτερ και άλλων. Κατεδείκνυε πως ο ίδιος ο πρόεδρος Ρήγκαν δεν είχε πλήρη γνώση για το εύρος του προγράμματος, ειδικά ως προς το σκέλος της χρηματοδότησης των Κόντρας, ωστόσο υπογραμμιζόταν πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ όφειλε να ασκεί πιο αποτελεσματικό έλεγχο στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, να τούς συντονίζει επαρκέστερα και να έχει άμεση ενημέρωση για τις ενέργειές τους.
 
Το Κονγκρέσο, στη δική του αναφορά για το σκάνδαλο, σημείωνε με έμφαση πως «Εάν ο Πρόεδρος δεν ήξερε τί έκαναν οι σύμβουλοί του για την Εθνική Ασφάλεια, θα έπρεπε να ξέρει..».


Η απολογία Ρήγκαν 

Το Μάρτιο του 1987 ο Ρήγκαν εμφανίστηκε με απολογητική διάθεση σε τηλεοπτικό διάγγελμα σε εθνικό δίκτυο από το Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου: «Δεν σάς μίλησα νωρίτερα για τον εξής απλό λόγο: αξίζετε την αλήθεια. Κι όσο και αν η αναμονή σας ήταν μεγάλη, δεν μπορούσα να απευθυνθώ σε εσάς με μισόλογα, ειρωνείες και ασάφειες.. Αρκετά με όλα αυτά... Καταρχάς, αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις μου, και για τις πράξεις της διοίκησής μου. Όσο οργισμένος και αν είμαι για ενέργειες που έγιναν χωρίς να τίς γνωρίζω, αναλαμβάνω την ευθύνη. Όσο κι αν μέ απογοήτευσαν άνθρωποι που μέ υπηρέτησαν, εγώ είμαι αυτός που πρέπει να δώσει τις απαντήσεις στον αμερικανικό λαό... Πριν λίγους μήνες, σάς είχα πει καθαρά πως ποτέ δεν αντάλλαξα όπλα για ομήρους. Η καρδιά μου εξακολουθεί να λέει πως αυτό είναι αλήθεια, αλλά τα γεγονότα και τα στοιχεία το καταρρίπτουν. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα στρατηγικό άνοιγμα προς το Ιράν, εξελίχθηκε σε εμπόριο όπλων για την ανταλλαγή ομήρων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις μου, την πολιτική μου και την πρωταρχική στρατηγική που είχαμε κατά νου...».


“The rest is history” 

 Ο Όλιβερ Νορθ και ο Τζων Ποιντέξτερ αντιμετώπισαν σωρεία κατηγοριών στις 16 Μαρτίου του 1986. Τελικώς, ο Νορθ κρίθηκε ένοχος μονάχα για τρία πταίσματα. Οι κατηγορίες έπεσαν στο κενό, εφόσον υποστηρίχθηκε πως τα δικαιώματά του παραβιάστηκαν κατά τις καταθέσεις του στο Κονγκρέσο(!). 

Το 1990, ο Ποιντέξτερ κατηγορήθηκε για σωρεία κακουργηματικών πράξεων, όπως συνομωσία, ψευδορκία ενώπιον του Κονγκρέσου, παρακώλυση της δικαιοσύνης, αλλοίωση και καταστροφή κρατικών εγγράφων. Και γι’ αυτόν, οι κατηγορίες παρεκάμφθησαν, με την ίδια υπερασπιστική νομική γραμμή... 

Το 1992, ο George W. Bush, ο πρεσβύτερος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ρέηγκαν, μετά την ανάληψη της προεδρίας εκ μέρους του συμπεριέλαβε στη διοίκηση του, μεταξύ αρκετών ακόμη, το ναύαρχο Τζων Ποιντέξτερ, ως διευθυντή του Γραφείου Συγκέντρωσης Πληροφοριών… 

Στο Όντον της Ιντιάνα, τόπο καταγωγής του Ποιντέξτερ, ο δήμαρχος μετονόμασε ένα δρόμο
σε John Poindexter Street, προφανώς για να τιμήσει τον πιο επιτυχημένο δημόσιο άνδρα
που έβγαλε η μικρή αυτή πόλη – κάτι σαν το καμάρι της. 


Ο Μπιλ Μπρίνταν, πρώην ιερέας, αφαίρεσε την πινακίδα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας.
Έλεγε πως θα την έδινε πίσω με αντάλλαγμα 300 εκατ. δολάρια,
αναφερόμενος στα χρήματα που συνολικά είχαν δοθεί στους Κόντρας. 


Μετά από λίγες μέρες, τόν συνέλαβαν και τόν έριξαν στη φυλακή. 

Ο γνωστός συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής, Χάουαρντ Ζιν, σχολίασε με πικρό χιούμορ πως ο ιδιότροπος πρώην ιερέας
ήταν έμελλε να είναι ο μόνος άνθρωπος που βρέθηκε στη φυλακή εξαιτίας της ιστορίας με  το Ιράν και τους Κόντρας...

 

Σπύρος Θεοδωράτος

 

 

 

 

 

Τεντ Κατζίνσκι (Unabomber): Μια μαθηματική μεγαλοφυΐα, ένας πρώην καθηγητής μαθηματικών του Χάρβαρντ, που για δύο σχεδόν δεκαετίες υπήρξε η "17 Νοέμβρη" των ΗΠΑ. Για 17 ολόκληρα χρόνια ο Unabomber ήταν ένας ασύλληπτος, επικίνδυνος και αινιγματικός τρομοκράτης. Για 17 ολόκληρα χρόνια τρομοκρατούσε την πανεπιστημιακή κοινότητα των ΗΠΑ με τα δέματα-βόμβες που έστελνε. Για 17 ολόκληρα χρόνια παρέμεινε ασύλληπτος από το FBI, πραγματοποιώντας 17 βομβιστικές επιθέσεις, με 23 τραυματίες και τρεις νεκρούς. Μέχρι τη σύλληψη του στις 3 Απριλίου του 1996 ο Unabomber είχε προλάβει να γίνει θρύλος, και να περάσει στην ιστορία ως ο μεγαλύτερος και ο πιο παράξενος τρομοκράτης των ΗΠΑ του 20ου αιώνα.

Προτού ωστόσο συλληφθεί από το FBI πρόλαβε, εκβιαστικά, να δημοσιεύσει το "Μανιφέστο" του -μια μονογραφία 35.000 λέξεων με τον βαρύγδουπο τίτλο "Η βιομηχανική κοινωνία και το μέλλον της"- σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες και περιοδικά των ΗΠΑ. Το πολύκροτο αυτό κείμενο διαπνέονταν από οικολογικό αναρχισμό, έντονη τεχνοφοβία, αντιαριστερισμό και μίσος προς την βιομηχανική κοινωνία και καλούσε σε επανάσταση και άμεση κατάλυση του βιομηχανικού πολιτισμού. Δέκα χρόνια αργότερα, στην εποχή της τρομοϋστερίας που διανύουμε, το "Μανιφέστο" του Unabomber, που δημοσιεύεται σ' αυτό το βιβλίο, παρουσιάζεται επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε...

Όσο για τον ίδιο τον Τεντ Κατζίνσκι τα ερωτήματα παραμένουν; Ήταν ένας παράφρονας κι εκκεντρικός εγκληματίας-μεγαλοφυΐα; Ένας τεχνοφοβικός τρομοκράτης ή ένας προφητικός φιλόσοφος, που προσπάθησε να εμποδίσει την αναπόφευκτη (;) πορεία της ανθρωπότητας προς μια νέα μορφή σκλαβιάς; Ένας παρανοϊκός αναρχοδεξιός οικολόγος ή ένας μεταμοντέρνος επαναστάτης; Ένας φαντασιόπληκτος μεγαλομανής ή ένας νεολουδίτης εσχατολόγος; Πιθανόν όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα ένα προϊόν του σύγχρονου βιομηχανοποιημένου αμερικανικού πολιτισμού. Όπως άλλωστε παραδέχτηκε και ο ίδιος: "Η φαντασία δεν γεννά παραφροσύνη. Αυτό που γεννά την παραφροσύνη είναι η λογική!"

 biblionet.gr

 

 

 

ΥΠΠ = Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος

 

You Can't Take It With You

 

Leavenworth

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χιούμορ και αυτοσαρκασμός Ομπάμα στο δείπνο των ανταποκριτών (2013)

Κριτική στους αντιπάλους του και στοιχεία αυτοσαρκασμού περιείχε η ομιλία του αμερικανού προέδρου στο ετήσιο δείπνο των διαπιστευμένων ανταποκριτών στον Λευκό Οίκο. Ο Μπαράκ Ομπάμα δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο έργο όσων έσπευσαν να βοηθήσουν μετά τις επιθέσεις στη Βοστόνη και τις εκρήξεις στο εργοστάσιο λιπασμάτων του Τέξας

  Κάνοντας αναφορά σε όσους αμφισβητούσαν την καταγωγή και τα πιστεύω του ο Μπαράκ Ομπάμα είπε :"Πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν είμαι πια ο ένθερμος νεαρός σοσιαλιστής μουσουλμάνος που ήμουν". Σε ό,τι αφορά τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη δεύτερη θητεία του στο Λευκό Οίκο έδειξε  μοντάζ φωτογραφιών του με φράντζα, όπως αυτή της συζύγου του την ημέρα της ορκωμοσίας.

Ο Μπαράκ Ομπάμα άσκησε κριτική στον δισεκατομμυριούχο Σέλντον Αντελσον που ξόδεψε μια περιουσία (100 εκατομμύρια δολάρια) για να στηρίξει τον Μιτ Ρόμνεϊ και άλλους ρεπουμπλικανούς υποψήφιους στην προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2012, όπως και μεγάλα μέσα ενημέρωσης και αρκετά μέλη του Κονγκρέσου. Αστειευόμενος είπε ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσε να τα έχει δώσει στον ίδιο, προκειμένου να τον πείσει να εγκαταλείψει την κούρσα.

Αργότερα μιλώντας σε άλλο τόνο, εξήρε το ρόλο των μέσων ενημέρωσης και αυτό των πρώτων ανθρώπων που έσπευσαν να βοηθήσουν στα σημεία των επιθέσεων του μαραθωνίου της Βοστόνης και εκεί όπου σημειώθηκε η έκρηξη του εργοστασίου λιπασμάτων στο Τέξας στα μέσα Απριλίου ενώ απέτισε φόρο τιμής στα θύματα.

Το ετήσιο δείπνο, στο οποίο παρακάθονται κάθε χρόνο 3.000 καλεσμένοι, οργανώνεται σε μεγάλο ξενοδοχείο της Ουάσινγκτον. Εδώ και μερικά χρόνια το δείπνο αυτό κατά το οποίο δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες και διευθυντές εφημερίδων συνήθιζαν να σπάνε τον πάγο με τους αξιωματούχους της κυβέρνησης, έγινε μια συγκέντρωση διασημοτήτων στην οποία χορηγοί είναι όμιλοι του Τύπου, όπως ο Bloomberg και έχει στόχο να προσελκύει παγκόσμιους αστέρες του θεάματος.

 

 

Edward R. Murrow

 

Ο τηλεοπτικός ρεπόρτερ του CBS Έντουαρντ Μόροουπου κλείνει τις εκπομπές του με το χαρακτηριστικό χαιρετισμό «Καληνύχτα και Καλή Τύχη» και ο παραγωγός του, Φρεντ Φρέντλι διακινδυνεύουν την καριέρα τους με την απόφασή τους να ασκήσουν ανοιχτά κριτική στο κυνήγι μαγισσών και τις αυταρχικές ανακριτικές μεθόδους της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Κογκρέσου. Ατελείωτες ακροάσεις -«δίκες» φρονημάτων-, στις οποίες συχνά προεδρεύει ο ίδιος ο Μακ Κάρθι, μαύρες λίστες «αντιφρονούντων», μυστικές πηγές πληροφόρησης του FBI και αμερικανοί πολίτες που καλούνται να αποκηρύξουν τα πιστεύω τους ή τους «κόκκινους» συγγενείς τους, που χάνουν τη δουλειά τους, που στιγματίζονται ως προδότες της πατρίδας και πράκτορες της Μόσχας, συνθέτουν το ψυχροπολεμικό σκηνικό της εποχής. Ο φόβος, οι υποψίες και η σιωπή κυριεύουν μια ολόκληρη χώρα και εναντίον αυτού του κλίματος τρόμου είναι που υψώνει τη φωνή του ο Εντ Μόροου, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα το γερουσιαστή Μακ Κάρθι και παραδίδοντας με το θάρρος και τις πράξεις του μαθήματα δημοσιογραφίας στις επόμενες γενιές δημοσιογράφων  αποδεικνύοντας την αξία της ανεξάρτητης ενημέρωσης και τη σπουδαιότητα της πολιτικής ειδησεογραφίας.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που εκφώνησε ο ίδιος ο Μόροου στην Ένωση Ραδιοτηλεοπτικών Ρεπόρτερ των ΗΠΑ στις 25/10/1958: «Η ιστορία μας είναι αυτό που κάνουμε. Αν υπάρξουν ιστορικοί σε 50 ή 100 χρόνια κι αν υπάρχουν αρχεία από εκπομπές των τριών δικτύων, θα βρουν καταγραμμένα μαυρόασπρα ή έγχρωμα στοιχεία παρακμής, φυγής και απομόνωσης από τις πραγματικότητες του κόσμου που ζούμε. Είμαστε τώρα εύποροι, παχείς, άνετοι και μακάριοι. Έχουμε έμφυτη αλλεργία σε δυσάρεστα ή ενοχλητικά νέα. Τα μαζικά μέσα μας αυτό αντανακλούν. Κι αν δεν αναγνωρίσουμε ότι η τηλεόραση χρησιμοποιείται κυρίως για να μας εξαπατά και να μας αποπροσανατολίζει, τότε η τηλεόραση, οι παραγωγοί, οι θεατές και οι εργάτες της ίσως δουν, πολύ αργά, μια ολότελα διαφορετική εικόνα…».

 

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
           

 

 

 

 

 

Το 1972, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να έχουν κάποια νομική προστασία ώστε να διατηρούν τις πηγές τους εμπιστευτικές. Αφορμή έδωσε ο δημοσιογράφος Paul Branzburg όταν αρνήθηκε τότε να αποκαλύψει στις αρχές τα ονόματα των χρηστών ναρκωτικών από τους οποίους είχε πάρει συνέντευξη. Με μια κατά πλειοψηφία απόφαση 5 υπέρ και 4 κατά, το δικαστήριο τάχθηκε με το μέρος του, διατυπώνοντας ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να τυγχάνουν κάποιας, αν και όχι στο σύνολό τους, προστασίας για τη διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου.

Ωστόσο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έκτοτε δεν εισήγαγε ποτέ ένα νομοσχέδιο που να κωδικοποιεί την απόφαση του Ανώτατου δικαστηρίου. Η Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας αξιώθηκε μόλις το 2009 να εγκρίνει ένα προτεινόμενο νόμο, που ονομάζεται ελεύθερη ροή πληροφοριών που σκάλωσε στην ολομέλεια της Γερουσίας εν μέσω μιας φλύαρης συζήτησης για τον ορισμό του «δημοσιογράφου». Η παραπομπή στις καλένδες οφειλόταν και στο ξεκατινίασμα όλου του συστήματος από τις αποκαλύψεις των WikiLeaks που έβγαζε τα άπλυτα της κυβέρνησης στο αέρα .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Working Girl

 

 

 

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
             

 

 

 

 

 

 

 

letso777
Offline
Joined: 25/03/2014 - 19:55
 

 

 

 

 

 

 

 

 

9Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ. 10Tῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι· τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι· 11τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί· τῷ πνεύματι ζέοντες· τῷ κυρίῳ δουλεύοντες· 12τῇ ἐλπίδι χαίροντες· τῇ θλίψει ὑπομένοντες· τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες· 13ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες· τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. 14Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς· εὐλογεῖτε, καὶ μὴ καταρᾶσθε. 15Χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων. 16Tὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. Μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. Μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ’ ἑαυτοῖς. 17Μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες. Προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων. 18Εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν, μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. 19Μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ, Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει κύριος. 20Ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν· ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν, ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 21Μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν.

 

 

 

Χρονογράφημα ονομάζεται το ελαφρύ πεζό λογοτέχνημα, που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό. Συνήθως πραγματεύεται ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά και ηθικά, θέματα της επικαιρότητας που απασχολούν τη κοινή γνώμη αλλά όχι κατ’ ανάγκην πολιτικά. Στο χρονογράφημα, ο γράφων αναπτύσσει το δικό του, προσωπικό ύφος που συνήθως συνδυάζει τη χάρη με την ευφυολογία ή ακόμα και την ειρωνεία. Σκοπός του χρονογραφήματος είναι κυρίως η τέρψη του αναγνώστη μέσα από ένα διδακτικό ή ηθοπλαστικό περιεχόμενο. Αφορμή για συγγραφή χρονογραφήματος μπορεί να δώσει οτιδήποτε: μια εντύπωση, ανάμνηση, ιστορία, κριτική, ασήμαντο καθημερινό γεγονός, κλπ.

Η λέξη είναι νεολογισμός, που κατασκευάστηκε από τους λόγιους του 19ου αιώνα, για να χαρακτηρίσει αυτό το νέο είδος πεζού λόγου.

Τη καλύτερη περιγραφή του χρονογραφήματος τη δίνει ο Σπύρος Μελάς στο πρώτο του χρονογράφημα από τις στήλες της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα» στις 28.5.1931 όπου ορίζει το είδος γράφοντας προς τους αναγνώστες

«… έλαβα τη ρητή και κανονική εντολή από τη διεύθυνση των «Αθηναϊκών Νέων», την αρχισύνταξιν (και το λογιστήριο, εννοείται) να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας διασκεδάζω από αυτή τη στήλη κάθε μέρα.»

Απαρχή του είδους θεωρούνται τα λιβελλογραφικά φυλλάδια, που τη περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, κυκλοφορούσαν σχολιάζοντας αρνητικά το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ και τη Μαρία Αντουανέττα, καθώς και τους ευγενείς της Αυλής.

 

 

 

 

 

 

Erin Andrews

 

 

 

 

Στο μυαλό του Εντουαρντ Σνόουντεν

Τα κίνητρα και οι μέθοδοι του πληροφοριοδότη που αποκάλυψε το μεγαλύτερο σκάνδαλο
παρακολουθήσεων στην Ιστορία
 
 

 

 

Ηρωας ή προδότης; Οι θαυμαστές του τον θεωρούν υπέρμαχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στους πολίτες, ενώ οι επικριτές του ανήθικο σπιούνο που έκλεψε πληροφορίες από την NSA και πήγε στο εξωτερικό. Τι συμβαίνει στο μυαλό του 30χρονου Εντουαρντ Σνόουντεν που αποφάσισε να δώσει μια κλωτσιά στη ζωή του για να ξεσκεπάσει τις μεθόδους της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA); Από την ανοιχτή επιστολή και το μανιφέστο που έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα φαίνεται ένας άνθρωπος ακέραιος που αγωνιά για το ότι οι μυστικές υπηρεσίες καταπάτησαν την ιδιωτικότητα στο όνομα της ασφάλειας.

«Ο Σνόουντεν είναι ένας ιδεαλιστής νεαρός, απογοητευμένος από όσα είδε στις υπηρεσίες πληροφοριών»
λέει στο «Βήμα» ο Μάθιου Εϊντ, κορυφαίος ιστορικός των μυστικών υπηρεσιών από την Ουάσιγκτον. «Καταλαβαίνω γιατί. Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνώ μαζί του. Για τους ανθρώπους των μυστικών υπηρεσιών είναι ένας προδότης. Αλλά η απάντηση είναι πιο περίπλοκη. Ακόμη και αν διαφωνώ με τον Σνόουντεν, του είμαι ευγνώμων γιατί είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα υπάρξουν αλλαγές».

Ο Σνόουντεν είναι για τους υπερασπιστές του ένας υποστηρικτής του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα και στην πληροφόρηση. Αλλά για τους επικριτές του είναι ένας προδότης. Μετά τις αποκαλύψεις του για τις μεθόδους που ακολουθούν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το εύρος των παρακολουθήσεών τους παγκοσμίως οι μεν είναι έξαλλοι με την αμερικανική κυβέρνηση και οι δε με τον ίδιο τον Σνόουντεν.

Στο «Μανιφέστο για την αλήθεια», που δημοσίευσε το γερμανικό «Spiegel» την περασμένη Κυριακή, ο Σνόουντεν έγραψε ότι προγράμματα όπως εκείνα της NSA «δεν αποτελούν απειλή μόνο κατά της ιδιωτικότητας αλλά απειλούν και την ελευθερία έκφρασης και τις ανοιχτές κοινωνίες». Τόνισε ότι «η ύπαρξη κατασκοπευτικής τεχνολογίας δεν πρέπει να καθορίζει την πολιτική» και κάλεσε τον κόσμο να εξασφαλίσει ότι «οι νόμοι και οι αξίες μας θα περιορίσουν τα προγράμματα παρακολούθησης και θα προστατεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα». Και κατέληξε: «Δεν είναι έγκλημα να λες την αλήθεια».

Στην ανοιχτή επιστολή προς τη γερμανική κυβέρνηση, την οποία παρέδωσε την περασμένη εβδομάδα στον γερμανό βουλευτή των Πρασίνων Χανς-Κρίστιαν Στρέμπελε που τον συνάντησε στη Μόσχα, ο Σνόουντεν εξηγεί ότι στη διάρκεια της θητείας του στην NSA, στη CIA και στην DIA (Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών) «έγινα μάρτυρας συστημικών παραβιάσεων του νόμου από την κυβέρνησή μου που δημιούργησαν την ηθική ανάγκη να δράσω». Ως αποτέλεσμα βρέθηκε υπό διωγμό και εξόριστος. Θεωρεί όμως πολύ θετικό το ότι άνοιξε ένας δημόσιος διάλογος προκειμένου να μαζευτούν τα λουριά στις υπηρεσίες πληροφοριών που είχαν αφεθεί ανεξέλεγκτες.

Γιατί ένας προνομιούχος νέος, με μισθό 122.000 δολάρια (90.000 ευρώ) τον χρόνο, που συζούσε με την κοπέλα του στη Χαβάη, να βρεθεί από επιλογή του χωρίς διαβατήριο (του το ανακάλεσαν οι ΗΠΑ) και αντιμέτωπος με κατηγορίες για προδοσία; Ο ίδιος δηλώνει: «Δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που κάνει τέτοια πράγματα. Δεν θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου ό,τι κάνω και ό,τι λέω καταγράφονται».

Ο Σνόουντεν μεγάλωσε στη Βόρεια Καρολίνα και αργότερα μετακόμισε στο Φορτ Μιντ του Μέριλαντ, κοντά στην έδρα της NSA. Κακός μαθητής, με το ζόρι τέλειωσε το λύκειο. Αυτός που σήμερα κατηγορούν για αντιαμερικανό είχε καταταγεί στις ειδικές δυνάμεις του αμερικανικού στρατού το 2003 αλλά απολύθηκε όταν έσπασε τα δύο του πόδια σε άσκηση. Τότε έπιασε δουλειά ως φύλακας στις εγκαταστάσεις της NSA και στη συνέχεια στην ασφάλεια των συστημάτων πληροφορικής της CIA.

Γνήσιος πολίτης της χώρας των ευκαιριών και εκπρόσωπος του αμερικανικού ονείρου, παρά την έλλειψη τυπικών προσόντων, οι ικανότητές του στους υπολογιστές του εξασφάλισαν γρήγορη άνοδο στην ιεραρχία των μυστικών υπηρεσιών. Το 2007 η CIA τον έστειλε στη Γενεύη. Οσα είδε εκεί αποτέλεσαν ψυχρολουσία. «Συνειδητοποίησα ότι ήμουν μέρος ενός συστήματος που έκανε περισσότερο κακό παρά καλό» λέει.

Αποφάσισε να ξεμπροστιάσει τις μυστικές υπηρεσίες αλλά, τρέφοντας μεγάλες ελπίδες για τον Μπαράκ Ομπάμα, ανέβαλε τις αποκαλύψεις περιμένοντας να δει αν θα άλλαζε κάτι ο Δημοκρατικός πρόεδρος που εξελέγη το 2008. Αλλά ο Ομπάμα συνέχισε την πολιτική του προκατόχου του στον τομέα αυτόν.

Ο Σνόουντεν παραιτήθηκε από τη CIA το 2009 και έπιασε δουλειά στην NSA μόνο και μόνο για να έχει πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες και να συνεχίσει να συγκεντρώνει αποδείξεις για τις παράνομες δραστηριότητες της υπηρεσίας. Ωσπου τον Μάιο έκανε την πρώτη διαρροή μέσω της βρετανικής εφημερίδας «Guardian» και κατέφυγε στο Χονγκ Κονγκ. Οταν οι ΗΠΑ ζήτησαν την έκδοσή του, πήγε στη Μόσχα, όπου έλαβε άσυλο για έναν χρόνο. Τις τελευταίες ημέρες κάνει ανοίγματα στη  Γερμανία αλλά, όπως έχει η κατάσταση σήμερα, αν πατήσει σε γερμανικό έδαφος, το Βερολίνο θα τον εκδώσει στις ΗΠΑ, διαφορετικά θα χαλάσει τις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον.


Ο μεγαλοαρθρογράφος της «Washington Post» Ρίτσαρντ Κόεν έγραψε ένα πολύ επικριτικό άρθρο για τον Σνόουντεν τον Ιούνιο στο οποίο τον χαρακτήρισε «γελοία κινηματογραφικό» και «νάρκισσο». Τώρα μετανιώνει. Στα τέλη Οκτωβρίου όμως ο Κόεν ανασκεύασε πλήρως με άλλο άρθρο στο οποίο καταλήγει ότι ο Σνόουντεν «υπήρξε άπιστος προς την Αμερική αλλά όχι και προς τις αμερικανικές αξίες».



Στοχευμένες διαρροές

Ο δημοσιογράφος και η σκηνοθέτρια
Ο Σνόουντεν παρέδωσε τα έγγραφα της NSA στον δημοσιογράφο του «Guardian» Γκλεν Γκρίνγουολντ και στην κινηματογραφίστρια Λόρα Πόιτρας. Αυτοί ελέγχουν τις διαρροές στις μεγάλες εφημερίδες ανά τον κόσμο.
 
Ενας «σκελετός» για κάθε χώρα
Ο Γκρίνγουολντ συνεργάζεται και συνυπογράφει με τους δημοσιογράφους των εφημερίδων αυτών τα άρθρα τα οποία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκαλύπτοντας «σκελετούς στην ντουλάπα» για κάθε χώρα. Στον «Monde» άφησε να διαρρεύσουν οι αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις στη Γαλλία, στο «Spiegel» για τη Γερμανία κ.ο.κ.
 
Δεοντολογία α λα βρετανικά

Ο «Guardian», που πήρε μεγάλο μέρος των αρχείων, δίνει στη δημοσιότητα μόνο όσα αφορούν τις παρακολουθήσεις και αγνοεί τα υπόλοιπα, παραμένοντας πιστός στον στόχο του Σνόουντεν να ξεσκεπάσει τις καταχρήσεις των μυστικών υπηρεσιών.   

«Ηρωας»
«Η μέθοδος των παρακολουθήσεων παραβαίνει νόμους και Σύνταγμα»

«Ο Σνόουντεν δεν είναι προδότης, είναι πληροφοριοδότης» λέει στο «Βήμα» ο Μέλβιν Γκούντμαν, ο οποίος υπήρξε αναλυτής της CIA επί 24 χρόνια, ενώ σήμερα είναι διευθυντής του Προγράμματος για την Εθνική Ασφάλεια στο Center for International Policy και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς στις ΗΠΑ. «Δεν προσπάθησε να βοηθήσει κάποια ξένη κυβέρνηση ούτε να κερδίσει χρήματα από τις αποκαλύψεις του. Είδε μια κακώς κείμενη κατάσταση στις υπηρεσίες πληροφοριών, οι οποίες διέπρατταν χονδροειδείς απρέπειες, και προσπάθησε να τη διορθώσει».

Η λαϊκή κατακραυγή που ξεσηκώθηκε παγκοσμίως κατά της αμερικανικής κυβέρνησης δεν θα λειτουργήσει υπέρ του Σνόουντεν; τον ρωτάμε. «Η λαϊκή κατακραυγή δεν είναι και τόσο μεγάλη στις ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί επιδεικνύουν μάλλον απάθεια, θεωρούν ότι είναι ΟΚ να παρακολουθεί η κυβέρνηση τα μέιλ ή τα τηλεφωνήματά τους. Αλλά είναι διχασμένοι για τον Σνόουντεν. Το ότι εγκατέλειψε τη χώρα εξόργισε πολλούς» λέει.

Και τονίζει: «Σχεδίασε πολύ προσεκτικά πώς θα χειριζόταν το υλικό του, αλλά δεν σχεδίασε εξίσου προσεκτικά και τη φυγή του. Σήμερα δεν ζει ελεύθερος γιατί έχει τον φόβο ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν στη ζωή του. Ο κόσμος χάνει συχνά την ουσία της υπόθεσης, που είναι ότι η μέθοδος των παρακολουθήσεων παραβαίνει τους νόμους και το Σύνταγμα. Αυτά είναι πολύ σημαντικά ζητήματα. Καμία αμερικανική κυβέρνηση όμως δεν πρόκειται να δώσει χάρη στον Σνόουντεν».

Δεν υπάρχει ο κίνδυνος οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες να υποκλέψουν το υλικό του Σνόουντεν; τον ρωτάμε. «Ο ίδιος λέει ότι δεν πήρε μαζί του έγγραφα στη Ρωσία. Πρόσεξε πολύ τι έδωσε και σε ποιον. Δεν έβαλε σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι οι παρακολουθήσεις έχουν βγει εκτός ελέγχου και χρειάζονται την "επίβλεψη ενός ενηλίκου". Μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι μυστικές υπηρεσίες εφάρμοσαν προγράμματα που δεν είχαν κανένα νόημα. Ο Ομπάμα έχασε την ευκαιρία να τα αναθεωρήσει με δική του πρωτοβουλία», λέει ο κ. Γκούντμαν.

Ο ίδιος δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία του Σνόουντεν ότι η δημόσια συζήτηση που άνοιξε για τις μυστικές υπηρεσίες θα έχει θετική έκβαση. Στα υπέρ καταγράφει τη στροφή γερουσιαστών που είχαν πρωτοστατήσει στην υιοθέτηση του αντιτρομοκρατικού νομοσχεδίου Patriot Act και σήμερα ζητούν την αναθεώρησή του. Στα κατά διαπιστώνει ότι «ο διευθυντής της NSA, στρατηγός Κιθ Αλεξάντερ είναι εκτός ελέγχου. Μέρος του προβλήματος είναι η στρατιωτικοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών. Ο Ομπάμα διόρισε πολλούς στρατιωτικούς στις υπηρεσίες αυτές, όπως ο στρατηγός Ντέιβιντ Πετρέους στη CIA».  


«Προδότης»
«Δεν καταλαβαίνει ότι έπληξε τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα»

«Ο Σνόουντεν είναι προδότης» λέει ορθά-κοφτά στο «Βήμα» ο Πολ Πίλαρ, ο οποίος ύστερα από καριέρα 28 ετών στη CIA είναι σήμερα συνεργάτης στο Κέντρο για την Ασφάλεια και τη Συλλογή Πληροφοριών στον 21ο αιώνα του Brookings Institution και στο Κέντρο Σπουδών για την Ασφάλεια του Πανεπιστημίου Τζορτζτάουν στην Ουάσιγκτον. «Παραβίασε κάθε συμφωνία που έκανε στο πλαίσιο της επαγγελματικής απασχόλησής του, εξέθεσε τεράστιο όγκο πληροφοριών ασφαλείας στους εχθρούς των ΗΠΑ και κατέφυγε στη Ρωσία. Προχώρησε πολύ παραπέρα από το να θέσει ένα νόμιμο ζήτημα».  

Ο κ. Πίλαρ δεν συμφωνεί με την άποψη ότι ο Σνόουντεν και οι δημοσιογράφοι που χειρίστηκαν τις πληροφορίες που τους έδωσε δεν έθεσαν σε κίνδυνο ευαίσθητα ζητήματα, όπως εν εξελίξει επιχειρήσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. «Δεν επέδειξε καμία απολύτως σύνεση στις αποκαλύψεις του. Εδωσε στη δημοσιότητα ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και στόχων των μυστικών υπηρεσιών. Ο Σνόουντεν δεν ξέρει τι λέει όταν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Είναι ένας χαμηλού βεληνεκούς τεχνικός των υπολογιστών. Δεν καταλαβαίνει ότι έπληξε τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα. Προκάλεσε ένταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους και αυτό έχει μεγάλο κόστος» μας λέει.

Ο πρώην αξιωματούχος της CIA εκφράζει στο «Βήμα» τη λύπη του επειδή «υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τέτοια πράγματα αφού μεγάλωσαν στις ΗΠΑ και επωφελήθηκαν από τα καλά της Αμερικής. Ο Σνόουντεν είχε μια καλοπληρωμένη δουλειά, δεν είχε κανέναν λόγο να τρέφει μνησικακία για τις ΗΠΑ».

Ο κ. Πίλαρ διαφωνεί έντονα με το επιχείρημα του Σνόουντεν ότι δεν είναι αντιαμερικανός γιατί επιθυμούσε να υπερασπιστεί τις αμερικανικές αξίες. «Ο Σνόουντεν δεν έκανε τίποτε για να υπερασπιστεί τις αξίες αυτές. Αντίθετα, προκάλεσε δυσκολίες στις εξωτερικές σχέσεις των ΗΠΑ».

Οσο για το επιχείρημα ότι χάρη στον Σνόουντεν άνοιξε μια χρήσιμη δημόσια συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών πληροφοριών, ο κ. Πίλαρ πιστεύει ότι «το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να είχε μπει στο τραπέζι χωρίς όλα όσα έκανε ο Σνόουντεν». Ο ίδιος δεν κατανοεί όλον τον ντόρο γύρω από την NSA: «Η υπηρεσία αυτή λειτουργεί υπό τον αμερικανικό νόμο και προσαρμόζει την αποστολή της ανάλογα με τις ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ. Αν ο κόσμος εκπλήσσεται ή δυσαρεστείται από τις δραστηριότητες της NSA, αυτό αντικατοπτρίζει μάλλον αλλαγές στη διάθεση του κόσμου παρά στον τρόπο λειτουργίας της NSA».


Ο κ. Πίλαρ προβλέπει ότι «όπως πολλοί κατάσκοποι πριν από αυτόν, αναμένεται ότι θα ζήσει για πολλά χρόνια στη Ρωσία».

 

vima.gr

 

 

 

 

Καταρρίφθηκε το Prop 8!

 

Το Εφετείο της Καλιφόρνια αποφασίζει ξανά υπέρ του γάμου των ομοφύλων ζευγαριών, με άρση της διαβόητης Πρότασης 8 (Prop 8).

Μετά από δύο χρόνια αγώνων και εφέσεων σε ανώτερα δικαστήρια, η Πρόταση 8 (το δημοψήφισμα που θέλει τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα!) καταρρίφθηκε σήμερα στην Καλιφόρνια ως αντισυνταγματική. «Η Πρόταση 8 δεν έχει κανένα πραγματικό λόγο ύπαρξης, ούτε κανένα αποτέλεσμα, άλλο από το να μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την κοινωνική θέσει των γκέι και των λεσβιών της Καλιφόρνια» είπε στην απόφασή του ο Δικαστής Στίβεν Ρέινχαρντ.

 

 flix.gr

 

Pages

Log in or register to post comments